06
Οκτ.
10

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

Άρθρο του Σλοβένου φιλόσοφου Σλάβοϊ Ζίζεκ –New Left Review No 64, Ιούλιος- Αύγουστος 2010 (Αποσπάσματα)

Μετάφραση: Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Στις φετινές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον των μέτρων λιτότητας στην ευρωζώνη- στην Ελλάδα και, σε μικρότερη έκταση, σε Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία- ήρθαν σε αντιπαράθεση δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Η κυρίαρχη αφήγηση του κατεστημένου προτείνει μια απο- πολιτικοποιημένη εκδοχή της κρίσης ως φυσικού γεγονότος: τα ρυθμιστικά μέτρα παρουσιάζονται όχι ως αποφάσεις στο έδαφος πολιτικών επιλογών, αλλά ως προσταγές μιας ουδέτερης οικονομικής λογικής- αν θέλουμε να σταθεροποιήσουμε την οικονομία μας, είμαστε υποχρεωμένοι να καταπιούμε το πικρό χάπι. Η άλλη αφήγηση, των εργατών, φοιτητών και συνταξιούχων που διαμαρτύρονται, βλέπει τα μέτρα λιτότητας ως άλλη μία απόπειρα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου να αποδιαρθρώσει τα υπολείμματα κοινωνικού κράτους (…).

Αν και υπάρχει δόση αλήθειας και στις δύο αφηγήσεις, στο θεμελιώδες περιεχόμενό τους είναι και οι δύο εσφαλμένες. Η αφήγηση του κατεστημένου αποσιωπά το γεγονός ότι τα τεράστια ελλείμματα συσσωρεύτηκαν ως αποτέλεσμα των τεραστίων κονδυλίων που διατέθηκαν για τη διάσωση των μεγάλων τραπεζών από τα κράτη και από την πτώση των δημοσίων εσόδων λόγω της ύφεσης. Αλλά και το γεγονός ότι το μεγάλο δάνειο που έλαβε η Αθήνα προορίζεται για την αποπληρωμή του ελληνικού χρέους στις μεγάλες γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Από την άλλη πλευρά, η αφήγηση των αντιφρονούντων αποτυπώνει από άλλη μία σκοπιά τη μιζέρια της σημερινής Αριστεράς: Οι διεκδικήσεις της δεν έχουν θετικό, προγραμματικό περιεχόμενο, αλλά μόνο μια γενικευμένη άρνηση απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται το υπάρχον κράτος πρόνοιας. Η ουτοπία δεν βρίσκεται στη ριζοσπαστική αλλαγή του συστήματος, αλλά στην ιδέα ότι μπορεί κανείς να διατηρήσει ένα κράτος πρόνοιας εντός του συστήματος (…).


Ποια Ευρώπη;

Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην ευρωζώνη είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινισιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη- κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου.

Ένα πράγμα είναι σαφές: Μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας, κατά τις οποίες οι περικοπές ήταν σχετικά περιορισμένες και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα θα επέστρεφαν σύντομα στη φυσιολογική τους κατάσταση, μπαίνουμε τώρα σε μια περίοδο όπου ένα ορισμένο είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης γίνεται μόνιμο καθεστώς, σταθερά της ύπαρξης, τρόπος ζωής. Φέρνει μαζί της την απειλή πολύ περισσότερο άγριων μέτρων λιτότητας, ακρωτηριασμών κατακτήσεων, συρρίκνωσης των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, περισσότερο προσωρινής απασχόλησης (…).

Σ’ αυτό το φόντο, είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι η συνεχιζόμενη κρίση θα είναι περιορισμένη και ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα συνεχίσει να εγγυάται ένα σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο για διευρυνόμενο πλήθος ανθρώπων. Απέναντι σε μια τέτοια, παράδοξη για ριζοσπάστες, λογική έρχεται να αντιπαρατεθεί το σύνθημα του Μπαντιού: mieux vaut un desastre qu’un desetre- καλύτερα η καταστροφή, παρά η ανυπαρξία! Οφείλουμε να αναλάβουμε το ρίσκο του Συμβάντος, ακόμη κι αν το Συμβάν καταλήξει σε μια «σκοτεινή καταστροφή». Η μεγαλύτερη ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης της Αριστεράς στον εαυτό της είναι ακριβώς ο φόβος της κρίσης. Μια πραγματική Αριστερά παίρνει την κρίση στα σοβαρά, χωρίς αυταπάτες. Η βασική της ενόραση είναι ότι, αν και οι κρίσεις είναι επώδυνες και επικίνδυνες, παραμένουν αναπόφευκτες και αντιπροσωπεύουν το πεδίο στο οποίο οφείλει να δώσει και να κερδίσει τις μάχες της. Να γιατί σήμερα το παλιό σύνθημα του Μάο Τσετούνγκ ακούγεται επίκαιρο: «Κάθε τι κάτω από τον ουρανό βυθίζεται στο απόλυτο χάος- η κατάσταση είναι εξαιρετική»!


Κράτος και τάξεις

(…) Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των θεσμών του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας.

Είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα- π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, ο Μπαντιού είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ο τελικός εχθρός σήμερα δεν είναι ο καπιταλισμός, η αυτοκρατορία ή η εκμετάλλευση, αλλά η δημοκρατία. Είναι η αποδοχή των «δημοκρατικών μηχανισμών» ως ύστατου πλαισίου που εμποδίζει το ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των καπιταλιστικών σχέσεων.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Για παράδειγμα, ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα την άσκηση «αμυντικής βίας» μέσω της οικοδόμησης ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο η αλφαβήτα του μαρξισμού αναφορικά με την ταξική πάλη βρίσκεται στη θέση ότι η «ειρηνική» κοινωνική ζωή είναι από μόνη της έκφραση της (προσωρινής) νίκης μιας τάξης- της κυρίαρχης. Από τη σκοπιά των κυριαρχούμενων και των καταπιεζομένων, η ίδια η ύπαρξη του κράτους, ως οργάνου ταξικής κυριαρχίας, είναι απόδειξη βίας. Ανάλογα, ο Ροβεσπιέρος υποστήριζε ότι η τυραννοκτονία δεν δικαιολογείται στη βάση της απόδειξης ότι ο βασιλιάς έπραξε κάποιο συγκεκριμένο έγκλημα: η ίδια η ύπαρξη του βασιλιά είναι έγκλημα, προσβολή της λαϊκής ελευθερίας. Με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια, η χρήση βίας από τους καταπιεσμένους εναντίον της κυρίαρχης τάξης και το κράτος της είναι πάντα, σε τελευταία ανάλυση, «αμυντική». (…).

Σε ένα σημείωμα προς τη CIA αναφορικά με τους τρόπους υπονόμευσης της κυβέρνησης Αλιέντε, ο Χένρι Κίσινγκερε έγραψε: «Κάντε την οικονομία να ουρλιάξει»! Πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι ομολογούν ανοιχτά σήμερα ότι η ίδια στρατηγική εφαρμόζεται στη Βενεζουέλα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Λόρενς Ίγκλμπεργκερ δήλωσε σχετικά στο Fox News: «Η οικονομία της Βενεζουέλας είναι ένα το βασικό όπλο που διαθέτουμε για να αρχίσουμε την εκστρατεία εναντίον του Ούγκο Τσάβες και το οποίο οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε, εννοώ να κάνουμε την οικονομία ακόμη χειρότερη, έτσι ώστε να εξασθενίσουμε την απήχησή του στη χώρα του και στη γύρω περιοχή». Στην παρούσα οικονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, προφανώς δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τυφλές δυνάμεις της αγοράς, αλλά στρατηγικές παρεμβάσεις υψηλού επιπέδου οργάνωσης από τα κράτη και τα οικονομικά κέντρα, τα οποία επιδιώκουν να ξεπεράσουν την κρίση με τους δικούς τους όρους. Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει να βρεθούν στην ημερήσια διάταξη αμυντικά αντίμετρα;

Αυτοί οι συλλογισμοί αναπόφευκτα κλονίζουν τη βολική, υποκειμενική θέση ριζοσπαστών διανοουμένων, καθώς συνεχίζουν τις πνευματικές ασκήσεις που ήταν τόσο αξιοσέβαστες τον εικοστό αιώνα: τις θεωρίες περί «καταστροφής» των πολιτικών θέσεων. Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ είδαν την καταστροφή ως κορύφωση της «διαλεκτικής του διαφωτισμού» στον «διοικούμενο κόσμο». Ο Αγκάμπεν όρισε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του εικοστού αιώνα ως την «αλήθεια» ολόκληρου του πολιτικού προγράμματος της Δύσης. Θυμηθείτε όμως την εικόνα του Χορκχάιμερ στη Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’50. Παρότι κατήγγειλε την «έκλειψη του λόγου» στις σύγχρονες, δυτικές κοινωνίες της κατανάλωσης, ταυτόχρονα υπερασπιζόταν τις ίδιες κοινωνίες ως τις μοναδικές νησίδες ελευθερίας σε μια θάλασσα ολοκληρωτισμών και διεφθαρμένων δικτατοριών.

Μήπως λοιπόν, στην πραγματικότητα, διανοούμενοι που διάγουν κατά βάση ασφαλή και άνετη ζωή, προκειμένου να δικαιολογήσουν τον τρόπο ζωής τους, επινοούν σενάρια ριζικών καταστροφών; Αναμφίβολα για πολλούς από αυτούς, αν πρόκειται να εκδηλωθεί επανάσταση, καλό θα ήταν να εμφανιστεί σε ασφαλή απόσταση- Κούβα, Νικαράγουα, Βενεζουέλα- έτσι ώστε, ενώ οι καρδιές τους θα θερμανθούν στη σκέψη των μακρινών γεγονότων, ταυτόχρονα θα μπορούν να συνεχίζουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία όπως πριν. Ωστόσο, με την κατάρρευση του λειτουργικού, ανεπτυγμένου κράτους πρόνοιας στις βιομηχανικές κοινωνίες που βρίσκεται σε εξέλιξη σήμερα, για τους ριζοσπάστες διανοούμενους ίσως να φτάνει η στιγμή της αλήθειας, όπου πρέπει να ξεκαθαρίσουν απολύτως τη στάση τους. Ήθελαν πραγματική αλλαγή; Ωραία λοιπόν, θα την έχουν!


Η οικονομία ως ιδεολογία

Η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι η Αριστερά πρέπει να εγκαταλείψει την υπονομετική πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα»- στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου.

Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου»- δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις- στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Με Καντιανούς όρους, σχετίζεται με τη συμπεριφορά μας ως «ανώριμων» ιδιωτών και όχι ως ελεύθερων ανθρώπινων όντων, τα οποία δρουν και αντιπαρατίθενται στη διάσταση της οικουμενικότητας του ορθού λόγου.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης- με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.σ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης.

Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε εδώ τον Αλτουσέρ και την έννοια των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους» (ΙΜΚ). Αν στο Μεσαίωνα ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός ήταν η Εκκλησία, με την έννοια της θρησκείας ως θεσμού, η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες από την νομική τάξη πραγμάτων. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας.

Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία. Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού ΙΜΚ, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

Αλλά και στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται με μισθοφόρους. Ακόμη και η κρατική γραφειοκρατία δεν γίνεται αντιληπτή με όρους Χεγκελιανής καθολικής τάξης, όπως καταδεικνύει η υπόθεση Μπερλουσκόνι. Στη σημερινή Ιταλία, η κρατική εξουσία ασκείται κατ’ ευθείαν από αστούς οι οποίοι την εκμεταλλεύονται ανοιχτά και ανελέητα για να προστατέψουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα (…).

Τι είδους αλλαγές στην λειτουργία της ιδεολογίας επιφέρει αυτός ο μετασχηματισμός; Όταν ο Αλτουσέρ λέει ότι η ιδεολογία εγκαλεί τους ιδιώτες ως υποκείμενα, οι «ιδιώτες» νοούνται ως ανθρώπινα όντα πάνω στα οποία λειτουργούν οι ΙΜΚ, επιβάλλοντάς τους ένα σύνολο από μικρο- πρακτικές στην καθημερινότητα. Αντίθετα, το «υποκείμενο» δεν είναι ουσιώδης κατηγορία του ανθρώπινου όντος, αλλά αποτέλεσμα της δράσης των ΙΜΚ πάνω στους ανθρώπους, στο πλαίσιο της επιβολής μιας συμβολικής τάξης. Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα- ιδεολογικός. Φυσικά, οι ΙΜΚ είναι πάντα παρόντες- και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ- ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.


Στη σφαίρα του αδύνατου

Στις μέρες μας, όμως, γινόμαστε μάρτυρες μιας ριζικής αλλαγής στη λειτουργία αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού. Ο Αγκάμπεν ορίζει τη σύγχρονη «μεταπολιτική» ή βιοπολιτική κοινωνία ως εκείνη στην οποία πολλαπλές τάσεις από- υποκειμενοποιούν τους ιδιώτες, χωρίς να παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα. Από εδώ η έκλειψη της πολιτικής, η οποία υπέθετε την ύπαρξη πραγματικών υποκειμένων ή ταυτοτήτων (εργατικό κίνημα, μπουρζουαζία κλπ) και ο θρίαμβος της οικονομίας, δηλαδή της δραστηριότητας της απλής διακυβέρνησης, η οποία επιδιώκει μόνο την αναπαραγωγή της. Η Δεξιά και η Αριστερά του σήμερα, που εναλλάσσονται στη διαχείριση της εξουσίας, έχουν πολύ λίγο να κάνουν με το πολιτικό πλαίσιο που γέννησε αυτούς τους όρους. Σήμερα, οι όροι αυτοί απλά υποδεικνύουν τους δύο πόλους- τον ένα, που έχει στόχο μια απουποκειμενοποίηση χωρίς ενοχές και τον άλλο, που επιχειρεί να τη συγκαλύψει με την υποκριτική μάσκα του καλού πολίτη της δημοκρατίας- της ίδιας κυβερνητικής μηχανής.

Ο όρος «βιοπολιτική» υποδεικνύει τον αστερισμό στον οποίο οι μηχανισμοί δεν δημιουργούν, πλέον, υποκείμενα («εγκαλώντας τους ιδιώτες ως υποκείμενα»), αλλά απλώς διαχειρίζονται και ρυθμίζουν την φυσική ζωή των ιδιωτών. Σε έναν τέτοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να φαντάζει ως αδύνατο όνειρο. Ωστόσο, ο όρος «αδύνατο» θα έπρεπε να μας κάνει να σταματήσουμε και να στοχαστούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως την εποχή της ωριμότητας, στην οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να εκφυλισθείς σε κάτι που θα μοιάζει με Βόρεια Κορέα. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών».

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη αδύνατου: το αδύνατο- πραγματικό ενός κοινωνικού ανταγωνισμού και το «αδύνατο» πάνω στο οποίο εστιάζει το κυρίαρχο ιδεολογικό πεδίο. Εδώ το αδύνατο διπλασιάζεται, λειτουργεί ως μάσκα του εαυτού του: δηλαδή, η ιδεολογική λειτουργία του δεύτερου αδύνατου είναι να συσκοτίζει την πραγματικότητα του πρώτου. Σήμερα, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να μας κάνει να αποδεχθούμε το «αδύνατο» της ριζοσπαστικής αλλαγής, της ανατροπής του καπιταλισμού, μιας δημοκρατίας που δεν θα ανάγεται στο παιχνίδι του διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού, έτσι ώστε να καταστήσει αόρατο το πραγματικό- αδύνατο του ταξικού ανταγωνισμού που διαπερνά τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτό το πραγματικό είναι «αδύνατο» μόνο με την έννοια ότι είναι το αδύνατο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, η καταστατική, ανταγωνιστική της αντίθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό το αδύνατο- πραγματικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μετωπικά, ή να μετασχηματισθεί ριζικά.

Να γιατί η φόρμουλα του Λακάν για την υπέρβαση ενός ιδεολογικά αδύνατου δεν είναι το «όλα είναι δυνατά» αλλά το «το αδύνατο συμβαίνει». Το Λακανικό αδύνατο- πραγματικό δεν είναι ένας a priori περιορισμός, ο οποίος πρέπει να ληφθεί ρεαλιστικά υπ’ όψιν, αλλά το πεδίο της δράσης. Μια δράση είναι περισσότερο μια παρέμβαση στο πεδίο του δυνατού- μια δράση αλλάζει τις ίδιες τις συντεταγμένες του είναι δυνατό και αναδρομικά δημιουργεί τους δικούς της όρους για το αδύνατο. Να γιατί ο κομουνισμός αναφέρεται επίσης στο πραγματικό: να δράσεις ως κομμουνιστής σημαίνει να επέμβεις στο πραγματικό της θεμελιώδους ανταγωνιστικής σχέσης πάνω στη οποία βασίζεται ο σύγχρονος, καθολικός καπιταλισμός.


Ελευθερία;

Αλλά το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Τι σημαίνει αυτή η προγραμματική δήλωση περί πραγμάτωσης του αδύνατου, όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική εμπειρία του αδύνατου- το φιάσκο του κομμουνισμού ως ιδέας ικανής να κινητοποιήσει μεγάλες μάζες; Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, όταν έγινε σαφές ότι δεν θα εκδηλωνόταν πανευρωπαϊκή επανάσταση, και γνωρίζοντας ότι η ιδέα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία χώρα ήταν ανόητη, ο Λένιν έγραψε:

«Δεν είναι όμως δυνατό, η απολύτως απελπιστική κατάστασή μας να ερεθίσει τις προσπάθειες των εργατών και των αγροτών στο δεκαπλάσιο, προσφέροντάς μας την ευκαιρία να δημιουργήσουμε τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις του πολιτισμού με τρόπο πολύ διαφορετικό από τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης»;

Μήπως αυτό δεν είναι το μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης Μοράλες στη Βολιβία, της κυβέρνησης Τσάβες στη Βενεζουέλα και της κυβέρνησης των Μαοϊκών στο Νεπάλ; Ήρθαν στην εξουσία με «δίκαιες» δημοκρατικές εκλογές, όχι με εξέγερση. Αλλά από τη στιγμή που βρέθηκαν στην εξουσία, την άσκησαν με τρόπο που ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, «μη κρατικός»: κινητοποιώντας άμεσα τους υποστηρικτές τους, παρακάμπτοντας το κομματικό- κρατικό δίκτυο αντιπροσώπευσης. Η θέση τους είναι «αντικειμενικά» απελπιστική: το γενικό ρεύμα της ιστορίας είναι εναντίον τους, δεν μπορούν να στηριχθούν σε «αντικειμενικές τάσεις» που θα τους ωθήσουν προς τα εμπρός, και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αυτοσχεδιάσουν, να κάνουν ό,τι περισσότερο μπορούν όταν εμφανίζονται καταδικασμένοι. Ωστόσο, μήπως αυτό ακριβώς δεν τους δίνει μια μοναδική ελευθερία; Και μήπως δεν βρισκόμαστε όλοι- η σημερινή Αριστερά- στην ίδια κατάσταση;

Επομένως, βρισκόμαστε σήμερα στο διαμετρικά αντίθετο σημείο από τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν η Αριστερά ήξερε «τι να κάνει» (να εγκαταστήσει τη δικτατορία του προλεταριάτου), αλλά έπρεπε να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή. Σήμερα δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε «σαν να είμαστε ελεύθεροι». Θα χρειαστεί να ρισκάρουμε κάνοντας βήματα στην άβυσσο, σε εντελώς απρόσφορες συνθήκες. Θα πρέπει να επανεφεύρουμε πλευρές του καινούργιου, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τη λειτουργία του μηχανισμού και να διασώσουμε ότι καλό υπήρχε στο παλιό- εκπαίδευση, σύστημα υγείας, βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Εν ολίγοις, η κατάσταση θυμίζει αυτό που ο Στάλιν είπε για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα. Ή αυτό που είπε ο Γκράμσι για την εποχή που ξεκίνησε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο καινούργιος πασχίζει να γεννηθεί. Είναι η εποχή των τεράτων»!


7 Responses to “Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης”


  1. 07/10/2010 στο 00:25

    Η Αριστερά των αρχών του 20ού αιώνα ήξερε ‘τι να κάνει’ – η σημερινή, η κληρονόμος της, δεν ξέρει τι να κάνει. Πάρα πολύ ενδιαφέρουσα άποψη. Στρατηγική της πρώτης ήταν η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου – σήμερα δεν είναι αυτή η στρατηγική της. Γιατί; Για δυο λόγους: πρώτον, για να εγκαθιδρύσεις δικτατορία πρέπει να υπερέχεις στρατιωτικά ή, τουλάχιστον, να υπάρχει οπλική ισορροπία. Σήμερα, ο Κύριος (καπιταλιστής της παραγωγής και του χρήματος) υπερέχει συντριπτικά (τανκς, αεροσκάφη, πυρηνικά, κλπ). Η ένοπλη επαναστατική βία ανήκει ανεπιστρεπτί στο παρελθόν, μας λέει ο Σ.Ζίζεκ και έχει απόλυτα δίκιο – απομένει να το διακηρύξουμε ανοιχτά και δημόσια χωρίς ενοχές. Δεύτερον, υπαρχει αναντιστοιχία μεταξύ σκοπού (ελευθερία, ισότητα) και μέσου (δικτατορία). Από την άλλη, οι δίκαιες δημοκρατικές εκλογές οδηγούν σε αδιέξοδο και όχι στο σοσιαλισμό. Τι μας μένει;
    Λογική συνέπεια όλων αυτών είναι να παραδέχεται ο Ζ. Ζίζεκ ότι σήμερα δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Η ιστορία της Αριστεράς του 20ού αιώνα μας έδειξε όμως ότι και οι επιπτώσεις της δράσης ενδέχεται να είναι ολέθριες – και πράγματι πολύ συχνά ήταν και είναι. Διότι αποτελεί ανθρωπολογική σταθερά το ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις συνέπειες της δράσης μας, των πράξεών μας. (Φτιάξαμε ψυχεία, είναι όντως απαραίτητα, αλλά δεν γνωρίζαμε ότι θα καταστρέψουμε το όζον της ατμόσφαιρας – τι να πούμε για τα αυτοκίνητα και άλλα πολλά!). Πόσο μάλλον όταν καλούμαστε να δράσουμε ‘κάνοντας βήματα στην άβυσσο’ και ‘επανευφερίσκοντας πλευρές του καινούργιου, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε τη λειτουργία του μηχανισμού και να διασώσουμε ότι καλό υπήρχε στο παλιό – εκπαίδευση, υγεία, βασικές κοινωνικές υπηρεσίες’. Ποιος είναι αυτός ο μηχανισμός; Το αστικό Κράτος, θα έλεγε ο Λένιν – και εμείς ασφαλώς.
    Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος; Υπάρχει άλλη μία αλλά θα αργήσει να έρθει στο προσκήνιο. Σπέρματά της υπάρχουν διάσπαρτα στο κείμενο του Σ. Ζίκεκ αλλά είναι σαφές ότι είναι ανεπεξέργαστα και ασυστηματοποίητα. Ποια είναι; Θα αναγκαστούμε να δράσουμε ‘σαν να είμαστε ελεύθεροι’, γράφει. Πολύ ωραία, δεν θα διεκδικήσουμε την ελευθερία αλλά θα την ασκήσουμε. Διότι όντως η ελευθερία δεν χαρίζεται, δεν διεκδικείται αλλά ασκείται, θα πρέπει να την εκλάβουμε ως σημείο εκκίνησης όχι ως απώτατο σκοπό της δράσης μας. Θα μπορούσαμε να δράσουμε και ‘σαν να είμαστε ίσοι’; Όχι να διεκδικήσουμε την ισότητα,αλλά να την ασκήσουμε, να την βιώσουμε; Ναι, ασφαλώς και θα μπορούσαμε. Κάπου αλλού ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι ‘ο κομμουνισμός αναφέρεται επίσης στο πραγματικό: να δράσεις ως κομμουνιστής σημαίνει να επέμβεις στο πραγματικό της θεμελιώδους ανταγωνιστικής σχέσης πάνω στην οποία βασίζεται ο σύγχρονος καθολικός καπιταλισμός’. Ο καπιταλισμός όμως δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συμβίωση, τη συνεργασία, την αλληλοβοήθεια, την κοινοχρησία και την κοινοκτησία , δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον κομμουνισμό. Το εμπόρευμα, η αστική δημοκρατία, όλοι οι κοινωνικοί χώροι και οι κοινωνικές πρακτικές είναι τόποι συνάντησης και ασυμφιλίωτης σύγκρουσης της καπιταλιστικής κυριαρχίας καιτου κομμουνισμού. Ο καπιταλισμός, όπως κάθε Κυριαρχία, είναι μια μορφή διαχείρισης του εμμενούς κομμουνισμού – δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει κοινωνία που να μην είναι κομμουνιστική. Σήμερα, οι καπιταλιστικέσ κοινωνίες είναι άκρως συρρικνωμένες κομμουνιστικές κοινωνίες και όλα τα παγκόσμια, τοπικά και προσωπικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι υποτελείς παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου (και η φύση) είναι συνέπεια αυτής της συρρίκνωσης. Όλα αυτά τα προβλήματα θα λυθούν μόνο με τη λήψη κομμουνιστικών μέτρων, δηλαδή με την διεύρυνση του (συρρικνωμένου) κομμουνισμού του παρόντος.
    Πέρα από την δικτατορία του προλεταριάτου, πέρα από τις ‘δίκαιες’ δημοκρατικές εκλογές, πέρα από την υπεράσπιση του αστικού κράτους για να αποφευχθεί η καταστροφή και να περισώσουμε ότι καλό υπάρχει (Ζίζεκ – το οποίο δεν το αποκαλεί κομμουνισμό. . .), θα πρέπει να στρέψουμε τη προσοχή μας στον εμμενή κομμουνισμό και να ξαναγράψουμε τόσο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο όσο και το Τι να κάνουμε. Διότι η πρώτη που καλείται να ασκήσει την ελευθερία και την ισότητα, η πρώτη που καλείται να διευρύνει τον κομμουνισμό είναι η Αριστερά. Θα αυτοδιαλυθεί για να αποτελέσει μια ομοσπονδία αυτόνομων και ελεύθερα συνεργαζομένων ομάδων; Θα καταργήσει τα προνόμια των ηγετών και των στελεχών; Θα καταργήσει τους επαγγελματίες της πολιτικής;
    Έχω την εντύπωση ότι δεν θα κάνει τίποτα από όλα αυτά. Αυτός είναι και ο λόγος που αποχωρεί από το πολιτικό προσκήνιο. Αιωνία της η μνήμη!
    Αθανάσιος Δρατζίδης – Ανωτάτη Σχολή Κακών Τεχνών

    • 2 mikavour
      10/10/2010 στο 00:25

      Μπα η Αριστερά δεν θα πεθάνει τόσο εύκολα. Θα ξεθωριάσει και άλλο, αλλά δεν θα πεθάνει. Είναι εξαιρετικά χρήσιμη, κυρίως για το κοινό της. Αν μας λείψει ποιος θα διαμεσολαβεί ανάμεσα στους κακούς καπιταλιστές και τους ψηφοφόρους της; Ποιος θα χαράζει δρόμους και στρατηγικές; Ποιος θα μας εξηγεί με απλά λόγια ποια ακριβώς είναι η βασική αντίθεση, ο «τελικός εχθρός»; («η δημοκρατία» αποφαίνεται ο κ.Ζιζεκ…). Ποιος θα μας λέει «τι να κάνουμε» με το ν και με το σ, κοντολογίς ποιος θα μας καθοδηγεί και ποιον θα ψηφίζουμε;

      Ο κόσμος των αριστερών δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αριστερά, όπως και ο κόσμος του Ολυμπιακού χωρίς Ολυμπιακό ή οι πιστοί χωρίς εκκλησία.

      Φυσικά όλα είναι δυνατά, ή «το αδύνατο (είναι αυτό που) συμβαίνει», έτσι μπορεί να συμβεί να μας τελειώσουν οι αριστεροί (ή οι Ολυμπιακοί, ή οι αυθεντικοί πιστοί σε θεούς και ξόανα). Ενδιαφέρουσα προοπτική σίγουρα, και νομίζω ότι όσο διαστέλλεται το σύμπαν του κομμουνισμού που αναφέρεις, τόσο θα συστέλλονται τα παραπάνω.

      Αυτό που νομίζω ότι εμποδίζει την άσκηση της ελευθερίας που εσύ προτείνεις, είναι οι γενικές αρχές, οι βαρύγδουπες διατυπώσεις που μέσα σε μια φράση εξηγούν το σύμπαν και την ιστορία των ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα νουθετούν: «Η ένοπλη επαναστατική βία ανήκει ανεπιστρεπτί στο παρελθόν» γράφεις. Βλέπω τα αδιέξοδα της βίας, είτε ένοπλης επαναστατικής, είτε άοπλης διαδηλωσιακής, από την άλλη δεν μπορώ να δώσω εγώ ορθές οδηγίες περί βίας και ελευθερίας σ’ αυτόν:
      http://graememitchell.com/blog/sebastiao-salgado
      Ούτε μπορώ με τόση ευκολία να κρίνω την όποια πράξη του.

      Η Αριστέρα από τις απαρχές της (πχ. Μαρξ) θέλει να εξηγήσει το ον και την ιστορία μέσα από τη στενή πολιτισμική οπτική και βιώματα του αστού δυτικού διανοούμενου. Αλλά υπάρχουν και άλλοι πολιτισμοί και άλλα βιώματα πέρα από τα δικά μας. Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται στις μουσουλμάνες να φοράνε τη μπούργκα? Αν θέλουμε να ασκήσουμε ελευθερία θα πρέπει να το αναγνωρίσουμε και αυτό: Το δικαίωμα στους άλλους να ζουν ή να αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα με τον δικό τους τρόπο. Πολύ περισσότερο όταν οι άλλοι (σε αντίθεση μ’ εμένα) κατρακυλούν στα τελευταία σκαλοπάτια αδυναμίας. Η βία μπορεί να νοηθεί και ως το τελευταίο καταφύγιο του αδύναμου, (κλεμμένο είναι αυτό…), και πραγματικά δεν μπορώ να κρίνω τον αδύναμο που καταφεύγει στη βια ως τελευταίο του αποκούμπι.

      Κάτι άλλο που εμποδίζει την άσκηση της ελευθερίας που προτείνεις είναι (πάντα κατά τη γνώμη μου) η ίδια η Αριστερά, ως ο κατεξοχήν χώρος του ηγεμονίσκου. Δεν ξέρω αν είναι κληρονομιά του Λένιν ή του ίδιου του Μαρξ ή τραβάει πιο πίσω…. Πάντως όταν ακούω «Αριστερός» καταλαβαίνω κάποιον διαποτισμένο ως το μεδούλι με την ιδέα του καθοδηγητή, αυτού που θα εξηγήσει στις μάζες (σ’ εμένα και τους ομοίους μου) «τι να κάνουμε». Και αλίμονο αν κάποιοι θελήσουν να «ασκήσουν ελευθερία» και να δράσουν αγνοώντας οδηγίες και ηγέτες. Ο λόγος της Αριστεράς είναι άλλη μια απόδειξη της άρνησης στην «άσκηση ελευθερίας» από τους πολίτες: Το μεσσιανικό «Εμείς» (οι αριστεροί) που χρησιμοποιεί στο κείμενο και ο Ζιζεκ αντί του ταπεινού εγώ (που θέτω τη γνώμη μου στην κριτική του οποιουδήποτε πολίτη ως ίσος προς ίσο) σε διαχωρισμό με «αυτούς» («εργατική τάξη», «λαός», «καταπιεσμένοι») που πρέπει να ακούσουν από «εμάς» τι να κάνουν. Τέλος ας προσέξουμε ότι πουθενά πέραν αριστεράς δεν υπάρχουν -ισμοί. Δεν λέμε Αινσταινισμός, ούτε Πλατωνισμός ούτε Σμιθισμός ή Κεινσιανισμός, ούτε Δαρβινισμός (παρά μόνο στα Ελληνικά και αυτό υποτιμητικά!) – μόνο Μαρξισμός (ίσως ακόμα Λενινισμός κλπ κλπ). Είναι τυχαίο;

      Και επειδή ο Μαρξ τα έχει γράψει όλα (από ακραία ρατσιστικά παραληρήματα για ανώτερους και κατώτερους πολιτισμούς μέχρι για «τις ιδέες που είναι υλική δύναμη») αυτό το πολύτιμο «εργαλείο ανάλυσης» ταιριάζει σε κάθε περίσταση, τα εξηγεί όλα, τα προβλέπει όλα: Το έχει πει και αυτό ο Μαρξ σε κείνο ή το άλλο γραφτό του….

      Μάλιστα, και ότι οι Ρώσοι είναι απολίτιστοι και ποτέ η επανάσταση ΔΕΝ θα ξεκινήσει από τη Ρωσία έγραφε ο θείος, αλλά αυτές «οι προβλέψεις» του ιδρυτή της θεωρίας έχουν αποσιωπηθεί…

      Μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι λοιπόν και να ευχαριστούμε τον θεό που μας έστειλε τον Άγιο Μαρξ και τους αριστερούς αποστόλους του, να σκέφτονται, να προβλέπουν και να καθοδηγούν τον κόσμο στο δρόμο του καλού και της προόδου (ή της προσόδου…)

  2. 10/10/2010 στο 00:25

    Πολύ συχνά, η διάκριση μεταξύ της νουθεσίας και της προειδοποίησης είναι πολύ λεπτή. Δέχομαι ότι δεν μπορούμε να υποδείξουμε τον τρόπο ή τα όπλα που κάποιος ή κάποιοι επιλέγουν. Κάποιοι επιλέγουν τις πορείες και τις διαδηλώσεις, άλλοι τις μολότωφ και τα γκαζάκια, άλλοι τα Καλάσνικωφ ή τις επιθέσεις αυτοκτονίας. Είναι δικαίωμά τους. Όμως, εγώ οφείλω να σκεφτώ και να εξετάσω ποιες από αυτές τις επιλογές οδηγούν αναπόφευκτα,με μαθηματική ακρίβεια, στην ήττα. (Δεν δέχομαι το δικαίωμα στην ήττα, συνέπεια της χρήσης δοκιμασμένα αναποτελεσματικών όπλων) Η κλιμάκωση της βίας οδηγεί στο έσχατο όπλο:εάν χρησιμοποιήσεις Καλάσνικωφ, ο αντίπαλος θα χρησιμοποιήσει το τάνκς. Εσύ τάνκς, ο αντίπαλος το πολεμικό αεροσκάφος, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο ο αντίπαλος, ο καπιταλιστής της παραγωγής και του χρήματος, να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά. Κι εμείς λοιπόν πυρηνικά; Παγκόσμια κοινωνική επανάσταση με χρήση πυρηνικών; Αυτό εννοώ όταν λέω η ένοπλη επαναστατική βία ανήκει ανεπιστρεπτί στο παρελθόν. Η προαναγγελία του θανάτου της ιστορικής Αριστεράς έγινε στις 6 και 9 Αυγούστου του 1945, στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Και μαζί με αυτό, και το πιστοποιητικό του θανάτου της δυνατότητας ένοπλης (πόσο μάλλον της ειρηνικής) κατάληψης του κράτους, της διχτατορίας του προλεταριάτου, του ελέγχου του κοινωνικού χώρου. Ο αντίπαλος υπερέχει συντριπτικά στο οπλικό/στρατιωτικό επίπεδο. Η ιστορική Αριστερά του 19ου αιώνα προϋπέθετε την οπλική ισορροπία μεταξύ των αντιπάλων – ντουφέκια ο ένας, ντουφέκια ο άλλος – αλλά ήδη από τις αρχές του 20ού ο συσχετισμὀς της στρατιωτικής ισχύος μετατοπιζόταν προς την πλευρά της Κυριαρχίας. Από το 1945 και μέχρι σήμερα ζούμε την αποχώρηση από την πολιτική σκηνή αυτής της ιστορικής Αριστεράς. Θεωρώ ότι είναι μια μεταβατική εποχή. Η ιστορική Αριστερά πέθανε, όχι η Αριστερά. Όσο θα υπάρχει καπιταλισμός, θα υπάρχει Αριστερά. Η δική μου η γνώμη είναι ότι σήμερα, στο βάθος της σκηνής, της σκηνής από την οποία αποχωρεί η Αριστερά, υπάρχει μια άλλη Αριστερά, η Αριστερά του μέλλοντος. Είναι όλοι και όλες αυτοί και αυτές που αποχώρησαν από την Αριστερά, απέχουν στις εκλογές, δεν δέχονται τις υποδείξεις της, είναι ανοργάνωτοι και ανένταχτοι, διάσπαρτοι, άλλοι πιο συγκροτημένοι, οργανώνονται σε στέκια, καταλήψεις, περιοδικά, παρέες.
    Καλούμαστε λοιπόν να απαντήσουμε στα ερωτήματα που αναφύονται:αφού η ένοπλη επαναστατική βία οδηγεί αναπόφευκτα στην ήττα, αφού η οπλική/στρατιωτική ισχυς δεν επιτρέπει όχι μόνο την επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου αλλά τον όποιονδήποτε τρόπο κατάληψης του κράτους και ελέγχου του χώρου, υπάρχουν τρόποι και όπλα διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου που να είναι πιο ισχυρά από τα όπλα του αντιπάλου; Και ποια είναι αυτά;
    Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα διαμορφώσουν την Αριστερά του μέλλοντος. Το μεγαλείο του πράγματος έγκειται ότι τις απαντήσεις αυτές θα τις δώσουμε μόνο εάν βασιστούμε στη θεωρητική παράδοση της ιστορικής Αριστεράς, μόνο εάν αποδεχτούμε να την ξεπεράσουμε -αποδεχόμενοι τον θάνατό της και πενθώντας γι αυτό. Η εναπομείνασα Αριστερά δεν πενθεί, μελαγχολεί. Το πένθος είναι απελευθερωτικό, η μελαγχολία παραλυτική.
    Καλούμαστε λοιπόν να απαντήσουμε. Η δική μου η άποψη είναι ότι θα πρέπει να ρίξουμε το βάρος όχι πρώτα στον έλεγχο του χώρου (πορείες, διαδηλώσεις, καταλήψεις) αλλά πρώτα στον έλεγχο του χρόνου (απεργία, αποχή, μείωση του χρόνου εργασίας), όχι μόνο στο αίτημα αλλά στο πέρασμα στη πράξη (στάση πληρωμής λογαριασμών, διοδίων, προστίμων, εισιτηρίων, ασφαλίστρων, τελών κυκλοφορίας), όχι στην διεκδίκηση της ελευθερίας και της ισότητας αλλά στην άσκήσή τους, όχι στην αναβολή του κομμουνισμού αλλά στην πραγμάτωσή του, στη διεύρυνση του εμμενούς κομμουνισμού του παρόντος. Όλα αυτά οφείλει να τα κάνει πράξη η ίδια η Αριστερά και όχι άλλα να σκέφτεται, άλλα να λέει, άλλα να εννοεί κι άλλα να κάνει.

    • 4 mikavour
      11/10/2010 στο 00:25

      Εννοούσα ότι αυτό που αποκαλείς ιστορική Αριστερά θα συνεχίζει για καιρό να υπάρχει, γιατί την απαιτούν οι «ιστορικοί» Αριστεροί συμπολίτες μας, είτε αυτοί που θέλουν για να μπορούν να την ψηφίζουν, είτε αυτοί (οι λιγότεροι) που παντού βλέπουν «συστημικές κρίσεις» και οραματίζονται «επαναστατικούς μετασχηματισμούς» κλπ.

      Επίσης λέω ότι δεν μπορείς να θέτεις γενικές αρχές τύπου «η επαναστατική βία πέθανε ανεπιστρεπτί». Ο τύπος στη φωτογραφία ( http://graememitchell.com/blog/sebastiao-salgado ) και οι γύρω του μπορούν και πρέπει να εκτιμήσουν μόνοι τους αν πρέπει να πάρουν το ντουφέκι του στρατιώτη και να το χρησιμοποιήσουν εναντίων του ή όχι. Η ήττα είναι πάντα μια πιθανότητα, που φυσικά κανείς δεν θέλει να υποστεί.

      Δεν συμφωνώ με τις θεωρία της υπεροπλίας του αντιπάλου. Υπάρχουν πάντα τρωτά σημεία, άσε που αυτοί που ελέγχουν τα όπλα είναι επίσης άνθρωποι που μπορούν να τα στέψουν σε διαφορετικούς στόχους. Επιπλέον σ’ ένα πόλεμο δεν χρησιμοποιούνται όλα τα όπλα επειδή απλώς υπάρχουν και χονδροειδές παράδειγμα το Β’ παγκόσμιος. Τα χημικά δεν χρησιμοποιήθηκαν, όπως μετά το Ναγκασάκι δεν έχουν χρησιμοποιηθεί πάλι πυρηνικά… Φυσικά καταλαβαίνεις ότι πυρηνικά και πύραυλοι είναι πολύ δύσκολο να χρησιμοποιηθούν από τον ιδιοκτήτη του μεταλλείου (ή τον όποιο καπιταλιστή) γιατί θα καταστρέψουν το μεταλλείο και τους εργάτες μαζί, όποτε μετά για να ζήσει θα πρέπει να καλλιεργεί λαχανικά. Γι’ αυτό σήμερα η καταστολή χρησιμοποιεί ειδικά εξοπλισμένες αστυνομικές δυνάμεις, με άλλου τύπου όπλα.

      Βίαιες ταραχές που μπορεί να οδηγήσουν ένα πρόεδρο μιας χώρας να παραιτηθεί και να το σκάσει με το ελικόπτερο φοβούμενος τη ζωή του μπορεί να ξεσπάσουν και να κερδίσουν τη μάχη. Ίσως είναι η καλύτερη προοπτική για την Ελλάδα. Δες την ταινία του Σολάνας που δημοσιεύει τούτο το μπλογκ, ίσως συμφωνήσεις.

      Το θέμα όμως του επαναστατικού μετασχηματισμού με τη βίαιη κατάληψη του κράτους και εγκαθίδρυση δικτατορίας του προλεταριάτου, ή της λειτουργίας επαναστατικών οργανώσεων και αντάρτικων με μιλιταριστική δομή και ιεραρχία έχει τελειώσει για τουλάχιστον για τα επόμενα 100 χρόνια, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι εν ζωή που θα φέρουν αναμνήσεις από «τους υπαρκτούς» και την εποχή τους. Όχι γιατί απέτυχαν να πάρουν την εξουσία, απεναντίας γιατί την πήραν! Έτσι, δεν είναι ότι δεν μπορούμε, είναι ότι δεν θέλουμε. Δεν θέλουμε πια ούτε Στάλιν, ούτε Φιντέλ, ούτε Τσε ούτε τα κακέκτυπά τους, στυλ εμπρηστή της Μαρφίν! Πέρα από κάποιους διανοούμενους, πολιτικούς και οπαδούς ενός μέρους της ιστορικής -όπως την ονομάζεις- αριστεράς, που επιμένουν να ασχολούνται για λόγους ματαιοδοξίας (δύσκολα διαγράφεις το έργο της ζωής σου) αλλά και επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

      Οι υπόλοιποι προτιμούμε αυτό που καταλήγεις και εσύ: άσκηση της ελευθερίας, ανθρώπινα δικαιώματα, λιγότερη εξουσία και περισσότερο κοινωνικό κράτος. Απλά πράγματα για τα οποία μπορούμε και πρέπει να δράσουμε. Δεν χρειαζόμαστε κάποιον φωστήρα να μας πει τι θα κάνουμε.

      Εν ολίγοις, βρίσκω μη ρεαλιστικούς τους συλλογισμούς σου περί βίας και δύναμης του αντιπάλου, βρίσκω ξεπερασμένη και βαρετή τη συζήτηση περί επαναστατικού μετασχηματισμού με δικτατορίες του προελαριάτου κλπ συναφή, επίσης δεν νομίζω ότι πρέπει να θέτουμε βασικές ή κυρίαρχες μοναδικές ερωτήσεις, αλλά συμφωνώ στο δια ταύτα: πρέπει να δρούμε ως πολίτες, να ζούμε με ελευθερία, ισότητα και αλληλεγγύη, να αντιδρούμε έξυπνα και αποτελεσματικά στις προκλήσεις. Η κατάληψη του χρόνου που προτείνεις είναι απαραίτητη, αλλά ας μην υποεκτιμάς την κατάληψη του χώρου. Μια κατάληψη του χωροχρόνου, να θα ήταν το πιο αποτελεσματικό!

      Αλλά για ένα να είσαι σίγουρος: ότι η Αριστερά (εντάξει, η ιστορική Αριστερά) θα αποτελεί βαρίδι, τις περισσότερες φορές ενεργό εμπόδιο σε αυτές τις προσπάθειες.

  3. 11/10/2010 στο 00:25

    Ναι, συμφωνώ, ο καπιταλιστής και τα τσιράκια του, ο ένοπλος ζητιάνος, δεν θα χρησιμοποιήσει πυραύλους εδάφους -εδάφους ή πυρηνικά για να καταστείλει μια γενική απεργία, στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη, θα χρησιμοποιήσει όμως το ελικόπτερο για να την κοπανήσει. Θα την κοπανήσει όμως ή θα συμβιβαστεί για τακτικούς λόγους – για να επιστρέψει δριμύτερος και όντως επέστρεψε, με άλλο πρόσωπο. Τι έκανε η ιστορική Αριστερά στην Αργεντινή; Μια τρύπα στο νερό. Ὀταν υποστηρίζω ότι ο Κύριος υπερέχει στο οπλικό/στρατιωτικό πεδίο εννοώ ότι υπερέχει από στρατηγικής άποψης και δεν νομίζω ότι οι επαγγελματίες μισθοφόροι του θα στρέψουν τα όπλα εναντίον του. Αυτό είναι ένα απολίθωμα της παράδοσης των εθνικών στρατών. Η οπλική/στρατιωτική υπεροχή έθεσε ένα αμετάκλητο τέλος στους εθνικούς στρατούς. Ατομικές λιποταξίες μισθοφόρων θα υπάρχουν αλλά όχι οργανωμένες ανταρσίες εργατών-φαντάρων όπως στον Α’και Β’ Πόλεμο. Αυτή η στρατηγική υπεροχή είναι που δίνει αυτή την άνεση ελιγμών, τακτικών υποχωρήσεων και συμβιβασμών. Οι Κύριοι είναι βέβαιοι ότι η καπιταλιστική Κυριαρχία δεν μπορεί να καταλυθεί με την χρήση όπλων από τους υποτελείς Παραγωγούς. Στην περίπτωση που υπάρξει μια παγκόσμια αναταραχή – και πολλοί υποστηρίζουν ότι θα υπάρξει – και εάν αυτή η αναταραχή κλιμακωθεί (κάθε βία κλιμακώνεται), αναπόφευκτα θα υπάρξει μια κεντρική, κομβική, καθοριστικής σημαντικότητας σύγκρουση -τη μορφή της οποίας δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Σε περίπτωση που θα διακυβευτεί η διαιώνιση της καπιταλιστικής Κυριαρχίας, θα διστάσουν να καταφύγουν στην απειλή χρήσης ή και στην ίδια τη χρήση των στρατηγικών έσχατων όπλων;
    Θα μου πεις ότι όλα αυτά είναι επαναστατικές ασκήσεις επί χάρτου. Ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γἰνει. Δε νομίζω όμως ότι μπορούμε να αποκλείσουμε αυτό το ενδεχόμενο, εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ, οπότε το ερώτημα τι κάνουμε σε αυτή την περίπτωση χρήζει μιας απάντησης, μιας απάντησης η οποία θα στηρίζεται στη θεωρία και όχι στη κοινή γνώμη. Κατά συνέπεια, αναφύονται τα εξής ερωτήματα (ο σκοπός του διαλόγου δεν είναι να πείσουμε τον άλλον αλλά να εκφράσουμε τις απόψεις μας, να επισημάνουμε ερωτήματα, να συν-απαντήσουμε): διαθέτουν οι υποτελείς παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου όπλο ή όπλα πιο ισχυρά από τα πυρηνικά; Εάν όχι, είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε υποτελείς; Εάν ναι, ποια είναι αυτά; Με λίγα λόγια: ποιος είναι πιο ισχυρός, οι καπιταλιστές ή οι υποτελείς Παραγωγοί; Εάν είναι οι υποτελείς, γιατί παραμένουν υποτελείς και υφίστανται, τις τελευταίες δεκαετίες, τη μια ήττα μετά την άλλη; Εάν είναι οι Κύριοι, γιατί φοβούνται και προετοιμάζονται (ναι, προετοιμάζονται) για μελλοντικές συγκρούσεις;
    Η δική μου η γνώμη είναι: οι υποτελείς παραγωγοί είναι πιο ισχυροί. Οι Κύριοι καπιταλιστές δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τους υποτελείς, είναι δούλοι των δούλων τους, όπως έγραψε και ο Χέγκελ. Τότε, ποιο είναι το όπλο που διαθέτουν και που είναι πιο ισχυρό κι από τα πυρηνικά;

    • 6 mikavour
      11/10/2010 στο 00:25

      Η δική μου εμπειρία είναι ότι ο κόσμος αλλάζει. Σήμερα είμαι ισχυρός, αύριο αδύναμος. Σήμερα υγιείς, αύριο ανήμπορος. Σήμερα υπάρχεις, αύριο ψοφάς. Σήμερα οι καπιταλιστές θέλουν να δημιουργήσουν στην Ευρώπη (κυρίως στην Ευρώπη) εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες Κίνας ή Βραζιλίας. Αύριο μπορεί να μην το έχουν καταφέρει, αρκεί να βρουν γερές αντιστάσεις. Το τελευταίο είναι στο χέρι μας.

      Επίσης δεν είμαι προφήτης και οι προφητείες (στην καθομιλουμένη μαρξιστική: προβλέψεις) δεν είναι το πεδίο μου. Γι’ τέτοιου είδους θέματα ίσως θα έπρεπε να μιλήσεις μ’ έναν ορθόδοξο μαρξιστή που όλα τα σφάζει και όλα τα προβλέπει. Πχ.

      Καταλαβαίνω το πάθος σου για θεωρία μόνο ως ενατένιση του κόσμου μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς της ιστορικής Αριστεράς. Σε ποια θεωρία αναφέρεσαι, η οποία θα πρέπει να δώσει απάντηση στα Ερωτήματα; Γιατί δεν μπορείς να κρίνεις και να εμπιστευτείς τις απαντήσεις των συμπολιτών σου (που ειρωνικά ονομάζεις «της κοινής γνώμης»); Γιατί δεν μπορείς μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από την κριτική, την συζήτηση (= «παρατήρηση», στην αργκό των θετικών επιστημών) και τις κοινές δράσεις (=»πείραμα» ομοίως) να φτιαχτεί η δική μας θεωρία;

      Τέλος γιατί οι Αργεντίνοι έκαναν μια τρύπα στο νερό; Πώς θα αξιολογούσες αν μια δική μας κυβέρνηση, διάδοχος της παρούσης που θα έφευγε με ελικόπτερο δήλωνε τα παρακάτω:
      Αυτό θα ήταν μια τρύπα στο νερό;

      Η σκέψη σου γυρίζει συνεχώς γύρω από τη μέθοδο, το όπλο. Αλλά ποιος είναι ο στόχος; Το όπλο, για ποιο πράγμα; Να καταργήσουμε ή να καταλάβουμε το Ελληνικό κράτος; Ή να κάνουμε τη διεθνή επανάσταση και να εγκαθιδρύσουμε τη διεθνή δικτατορία του προλεταριάτου με πρόεδρο τον Σάββα Μιχαήλ; Και ποιοι είναι το «εμείς» που θα το κάνει αυτό, και πώς νομιμοποιείται να προσπαθήσει κάτι που αφορά τόσα εκατομμύρια ανθρώπους;

      Για εμένα το ζητούμενο δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω παρά μόνο να μην επιβληθούν στην Ελλάδα και την Ευρώπη συνθήκες ζωής Βραζιλίας, αλλά Νορβηγίας. Μηδενικό κράτος καταστολής, πολύ κοινωνικό κράτος αναδιανομής του πλούτου και φροντίδας των πιο αδύναμων, να τι βλέπω ως στόχο. (Θα ήθελα και την παύση των ιμπεριαλιστικών ΜΑΣ – Ελληνικών και Ευρωπαϊκών- πολιτικών και πραγματική βοήθεια προς τις φτωχές χώρες με πρώτο μέτρο το άνοιγμα των συνόρων, αλλά αυτό πάει πολύ μακριά…). Η μέθοδος; Η «κατάληψη του χωροχρόνου» μέχρι την εξελικοπτέρωση όσων δεν συμμορφώνονται σ’ αυτή την απαίτηση. Στην Αργεντινή χρειάστηκε μόνο μια φορά…

      Ξέρω είμαι ένας αισχρός αντεπαναστάτης ρεφορμιστής: ούτε από συστημικές κρίσεις καταλαβαίνω, ούτε από επαναστατικούς μετασχηματισμούς, ούτε από σοσιαλισμούς, ούτε από την ανατροπή «των Κυρίων» από «τους υποτελείς», ούτε τίποτα. Και γουστάρω! Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε στην κουβέντα αυτό, δηλαδή ποιον θεωρούμε στρατηγικό στόχο, γιατί αλλιώς δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Mail Επικοινωνίας

aformimisa@gmail.com
Οκτώβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Νοέ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Επισκέψεις

  • 297,274 hits

Αρέσει σε %d bloggers: