16
Σεπτ.
10

Η ελληνική κοινωνία και οικονομία στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του 1930

Κάποτε ο Μάο είχε πει ότι η εμπειρία είναι ένα χτενάκι που μας δίνει η μοίρα όταν πλέον είμαστε φαλακροί…

Ωστόσο, η αναζήτηση στην ιστορία ανάλογων καταστάσεων με τη σημερινή περίοδο οικονομικής κρίσης έχει το ενδιαφέρον της. Ασφαλώς, όχι για να «αποφύγουμε τα ίδια λάθη», όπως θα προέτρεπε μια κοινότυπη προσέγγιση της ιστορικής εμπειρίας. Όπως έχει επανειλημμένα αποδειχθεί, οι κοινωνικοί σχηματισμοί (όπως άλλωστε και ατομικά οι άνθρωποι) κάτω από ίδιες συνθήκες τείνουν να επαναλαμβάνουν τις ίδιες πρακτικές (επανάληψη του ιδίου, αλλά όχι του πανομοιότυπου).

Ο Ντομινίκ Στρος Καν, ο διευθυντής του ΔΝΤ, είχε πει σε ομιλία του το 2006:

«“Ιδεολογικά πιστεύω ότι έχουμε φτάσει στον πάτο… Χρειάζεται χρόνος. Χρειάζονται ηγέτες”.

[…] ο γάλλος σοσιαλιστής υποστήριξε ότι κάθε 50-60 χρόνια οργάνωσης της κοινωνίας, ακολουθούν 15-20 χρόνια αποδιοργάνωσης, όπου επικρατεί ο νεοφιλελευθερισμός. “Εδώ και 15 χρόνια ζούμε αυτή τη φάση, του άκρατου φιλελευθερισμού, αλλά νομίζω ότι φτάνουμε στο πέρας του δρόμου αυτού, καθώς δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξει δημόσια παρέμβαση”».[i]

Ένας κοινωνικός σχηματισμός, για όσο διαρκεί ο ιστορικός του χρόνος, παράγει και αναπαράγει διαρκώς έναν συγκεκριμένο τρόπο εκμετάλλευσης των κυριαρχούμενων τάξεων από την άρχουσα τάξη. Σε κάθε φάση κρίσης του κοινωνικού σχηματισμού το ζητούμενο για την άρχουσα τάξη είναι να αποκαταστήσει την ιστορικά συγκεκριμένη σχέση εκμετάλλευσης και υποταγής των κυριαρχούμενων τάξεων. Οι λύσεις που υπάρχουν για την άρχουσα τάξη δεν είναι απεριόριστες. Για τους καπιταλιστές, οι δυνάμεις που επιβάλλουν τα ταξικά τους συμφέρονται είναι η αγορά και το κράτος.

Αυτή είναι η αιτία που διαρκώς περίοδοι «κρατισμού» εναλλάσσονται με περιόδους «αντικρατισμού». Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίσσονται με τον αυτόματο (ή ομαλό) τρόπο που υπονοεί ο Ντομινίκ Στρος Καν. Οι περίοδοι «κρατισμού»-«αντικρατισμού» στις καπιταλιστικές κοινωνίες είναι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. Για τη μετάβαση από το φιλελευθερισμό στην κρατική παρέμβαση (τον κεϋνσιανισμό) χρειάστηκε να μεσολαβήσει ένας παγκόσμιος πόλεμος (ο πρώτος), η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930, και ένα γιγάντιο εργατικό κίνημα που να πιέζει για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Αντίστοιχα, η μετάβαση από τον κεϋνσιανισμό στο νεοφιλελευθερισμό τη δεκαετία του 1980 κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν: χρειάστηκε το τσάκισμα των συνδικάτων (ή η ενσωμάτωση της γραφειοκρατίας τους), και ακόμα βάρβαρα αιματηρά πραξικοπήματα (Χιλή).

Στην πραγματικότητα, η ελληνική οικονομία σήμερα είναι ήδη χρεοκοπημένη. Οι αγορές προεξοφλούν τη χρεοκοπία της χώρας,[ii] παρ’ όλες τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (άλλωστε, ποιος τις πιστεύει αλήθεια;). Έχει τη σημασία του, λοιπόν, να εξετάσουμε την προηγούμενη φορά που το ελληνικό κράτος κήρυξε χρεοκοπία.

Καθόλου αναπάντεχα, η κρίση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας τη δεκαετία του 1930 έχει τις χτυπητές αναλογίες της με το σήμερα: μεγάλο εξωτερικό χρέος, που τελικά οδήγησε στη χρεοκοπία της χώρας το 1932, χρόνιο εμπορικό έλλειμμα, κρίση δημοσίων εσόδων λόγω της θεσμοθετημένης φοροαπαλλαγής του μεγάλου (αλλά και του μικρο-μεσαίου) κεφαλαίου, ανεργία, κρατική παρέμβαση για να διασωθεί το σύστημα.

Αλλά ασφαλώς είχε και μεγάλες διαφορές.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


Τι προηγήθηκε της μεγάλης κρίσης

Κάθε κρίση, οικονομική ή πολεμική, είναι ταυτόχρονα για την άρχουσα τάξη ένα διακύβευμα και μια ευκαιρία. Ενώ η Ελλάδα πέρασε μια σχεδόν δεκαετία πολέμων στις αρχές του 20ου αιώνα, παρ’ όλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη υπήρξε ραγδαία.

Η εγκαταστημένη βιομηχανική ισχύς αυξάνεται στο διάστημα 1909-1920 κατά δέκα σχεδόν φορές, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο ελληνικός πληθυσμός αυξάνει μόνον κατά 1,9 φορές.

Η Μικρασιατική Καταστροφή, πέρα από την «εθνική συμφορά», συνεισέφερε στην καπιταλιστική ανάπτυξη της χώρας:

Α) Διευρύνεται η εσωτερική αγορά, ενώ ταυτόχρονα η αγορά εργασίας «εμπλουτίζεται» με ένα πολυάριθμο και φτηνό ειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

Β) Εισάγεται στην Ελλάδα ένα σημαντικό μέρος από τα κεφάλαια των Ελλήνων καπιταλιστών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Γ) Αυξάνονται ιλιγγιωδώς οι κρατικές δαπάνες, κυρίως αυτές που σχετίζονται με την «αποκατάσταση των προσφυγών». Καθοριστικό ρόλο παίζουν εδώ οι δαπάνες σε έργα στέγασης και υποδομής.

Το κράτος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Το κράτος άρχισε να συστηματοποιεί προστατευτικά μέτρα της «εθνικής οικονομίας». Το 1928 ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδας, ως κεντρική τράπεζα και αναδιοργανώνεται από την περίοδο αυτή το τραπεζικό και πιστωτικό σύστημα της χώρας. Η δραχμή υποτιμήθηκε κατά 1.562,5% κατά την περίοδο 1920-1928 γεγονός που λειτούργησε προστατευτικά για την ελληνική οικονομία καθ’ όλη την περίοδο 1920-1940.

Το αποτέλεσμα ήταν η βιομηχανική παραγωγή να αυξηθεί στο διάστημα 1921-1931 κατά 80%.


1933-1940: Η οικονομική αναδιάρθρωση

κατά το Μεσοπόλεμο

Το 1932 επιδεινώνεται η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929 και φυσικά επηρέασε και την ελληνική οικονομία. Οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία θα αποτυπωθούν σε όλη την επόμενη περίοδο μέχρι την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ελληνική οικονομία επλήγη από την κρίση επειδή βασιζόταν, σε μεγάλο βαθμό, στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων (σταφίδα, καπνός κ.λπ.), για τα οποία μειώθηκε αισθητά η ζήτηση. Ομοίως, τα εμβάσματα των μεταναστών, τα οποία αποτελούσαν μια πολύτιμη πηγή συναλλάγματος της χώρας άρχισαν και αυτά να μειώνονται.

Αναπόφευκτα η διεθνής οικονομική κρίση δεν μπορούσε παρά να έχει πολύ άσχημες επιπτώσεις για την Ελλάδα που είχε μεγάλα εξωτερικά χρέη λόγω της δανειοδότησης από τη διεθνή χρηματαγορά για την αποκατάσταση των προσφύγων και τη χρηματοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης. Επιπλέον το ισοζύγιο πληρωμών ήταν συνέχεια ελλειμματικό κι έτσι -μιας και δεν υπήρχαν κεφάλαια- το ελληνικό κράτος βρέθηκε αναγκασμένο να πάρει δάνεια από τη διεθνή πιστωτική αγορά:

«Παρ’ όλες τις δικαιολογημένες επικρίσεις που έχουν ασκηθεί κατά των όρων συνάψεως των δανείων και γενικότερα της δανειακής πολιτικής του ελληνικού κράτους, θα πρέπει από μια άλλη πλευρά να αναγνωρισθεί ότι τα δάνεια αυτά, έστω και υπό δυσμενείς για την Ελλάδα όρους, λειτούργησαν αντικειμενικά, ώστε να κινητοποιήσουν τις εγχώριες παραγωγικές διαδικασίες Και να ευνοήσουν έτσι την οικονομική ανάπτυξη της χώρας στο μεσοπόλεμο. Συνέβαλαν στη δραστηριοποίηση της οικονομίας με δύο τρόπους : α) ως τοποθετήσεις, επενδύσεις, δημόσιο χρέος, επέφεραν την αύξηση της παραγωγής και της απασχολήσεως, την ανάπτυξη του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και τη διεύρυνση των αστικών κοινωνικών σχέσεων και β) με τη πτώχευση του 1932 ως βασική αιτία επιβλήθηκε ολόκληρο το προστατευτικό οπλοστάσιο του Βενιζέλου, το καλοκαίρι του 1932. Οι τοκογλυφικές επιδιώξεις των δανειστών έφεραν το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα : με την πτώχευση του 1932, η Ελλάδα όχι μόνο σταμάτησε τελείως τις διεθνείς πληρωμές της, άλλα και δεσμεύτηκε οριστικά στην οδό της οικονομικής αυτάρκειας, η οποία έδωσε νέα ώθηση στην εγχώρια αγορά και οικονομία».[iv]

Από τα 1923 ίσαμε τα 1930 η Ελλάδα πήρε δάνεια 1.116 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, που καλύφθηκαν με την πώληση κρατικών μονοπωλίων και προνομίων πράγμα που εξάντλησε τις πηγές των κρατικών εισπράξεων. Το μέγεθος του εξωτερικού χρέους ήταν υπέρογκο και αντιπροσώπευε περίπου το 150% του ετήσιου ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της χώρας (ύψος χρέους πολύ κοντά στο σημερινό του 2010…). Η εξυπηρέτηση του χρέους ήταν δυσβάστακτη. Κατά την περίοδο 1921-32, η Ελλάδα εισέπραξε από δάνεια εξωτερικού το συνολικό ποσό των 19,4 δισεκατομμυρίων δραχμών, υποχρεώθηκε όμως να καταβάλει υπό μορφή τοκοχρεολυσίων συνολικό ποσό αξίας 25 δισεκατομμυρίων δραχμών.

Το 1933 περίπου τα δύο τρίτα των κρατικών δαπανών αφιερώνονταν στην πληρωμή των τόκων των τεράστιων αυτών οικονομικών χρεών της χώρας, με συνέπεια η χώρα να αναγκασθεί να σταματήσει τις πληρωμές αυτές, όπως είχε συμβεί και το 1893. Το πρόβλημα ήταν (και τότε όπως και σήμερα) ότι τα φορολογικά έσοδα του κράτους ήταν χαμηλά γιατί οι πλούσιοι ζούσαν ουσιαστικά αφορολόγητοι. Παραπάνω από τα δύο τρίτα των φορολογικών εισπράξεων συγκεντρώνονταν από φόρους επί της κατανάλωσης -οι έμμεση αυτοί φόροι αποτελούσαν περίπου το 50% απ’ τα έξοδα της εργατικής και αγροτικής οικογένειας. Υπήρχε ακόμα μια φορολογία 5% στους μισθούς, που από πρώτη ματιά δεν φαίνεται μεγάλη. Επειδή όμως μέτρο φορολογίας δεν ήταν το ετήσιο εισόδημα αλλά το ημερομίσθιο η εκμετάλλευση των κατώτερων τάξεων γινόταν ακόμα μεγαλύτερη.

Η πτώχευση της Ελλάδας το 1933 έχει ως άμεσο αποτέλεσμα το σταμάτημα των εισροών κεφαλαίου με τη μορφή κρατικών δανείων και συνακόλουθα τη ριζική επιδείνωση του ισοζυγίου πληρωμών της χώρας. Θεσμοθετούνται τότε από το ελληνικό κράτος μέτρα για το ριζικό περιορισμό των εισαγωγών και πρώτα απ’ όλα ποσοστώσεις για τα περισσότερα εισαγόμενα είδη.


Εκρηκτική ανάπτυξη της βιομηχανίας

Η κρίση και ο επακόλουθος δασμολογικός προστατευτισμός αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις για τη ριζική αναδιάρθρωση του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου κατά το Μεσοπόλεμο. Στο μεσοπόλεμο η Ελλάδα εξελίχτηκε, από καθαρά αγροτική χώρα που ήταν, σε κράτος όπου το εμπόριο κι η βιομηχανία άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο.

Από το 1932 στην Ελλάδα ο κεντρικός άξονας του σχηματισμού της εγχώριας αγοράς και παραγωγής ήταν το κράτος (όπως άλλωστε συνέβαινε και σε ολόκληρο τον πλανήτη εκείνη την εποχή). Οι κρατικές πρωτοβουλίες ήταν αυτές που άνοιξαν με συνέπεια το δρόμο προς τη βιομηχανική ανάπτυξη μιας και ο ιδιωτικός τομέας αποδεδείχθηκε παντελώς ανίκανος να βγει από την κρίση μέσω των μυθοποιημένων «δυνάμεων της αγοράς». Η εκβιομηχάνιση παρέμενε οργανικά εξαρτημένη από το κράτος, δεν απομακρυνόταν από αυτό, άλλα περιφερόταν μόνιμα γύρω του. Οι Έλληνες επιχειρηματίες δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν χωρίς την κρατική υποστήριξη και στη συνέχεια πάντως παρέμειναν οργανικά εξαρτημένοι από αυτήν.

Η βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος στην Ελλάδα μετά το 1932 ήταν αισθητή από κάθε άποψη. Ο Εμμανουήλ Τσουδερός, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, σημείωνε στην ετήσια έκθεση του το 1933 ότι μόνο τα προστατευτικά μέτρα του 1932 μαζί με την υποτίμηση της δραχμής είχαν επιφέρει μια γενική αύξηση της αξίας της βιομηχανικής παραγωγής κατά 10% ως 30%. Μέσα στη συνεχιζόμενη διεθνή κρίση, στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένα κλίμα ευφορίας των επιχειρήσεων. Αυτό είχε σαν συνέπεια ότι, ενώ στις άλλες χώρες χρησιμοποιούνταν κάθε είδους κίνητρα για να πεισθούν οι επιχειρηματίες να κάνουν επενδύσεις, στην Ελλάδα παρουσιαζόταν ένας «συνωστισμός επενδύσεων». Γι’ αυτό το ελληνικό κράτος από ένα σημείο και μετά προσπαθούσε να αποθαρρύνει τους επιπόλαιους μικρούς επενδύτες, επισείοντας τους κινδύνους του άμεσου μέλλοντος.

Η ελληνική βιομηχανία αναπτύχθηκε σαν μια προοδευτική «υποκατάσταση των εισαγωγών». Στα 1928 η ελληνική βιομηχανία κάλυπτε μόλις το 58% των αναγκών της εγχώριας αγοράς βιομηχανικών ειδών, ενώ το 1938 είχε φτάσει να καλύπτει το 78,84%. Έτσι, η ελληνική αγορά έγινε λιγότερο εξαρτημένη από το εξωτερικό.

Επομένως, η ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας τη δεκαετία του 1930 θα πρέπει να αποδοθεί κυρίως στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς. Οι εξωτερικές οικονομικές σχέσεις περιορίστηκαν αισθητά. Την περίοδο 1928-1938 η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής ήταν της τάξης του 68%, ενώ την ίδια περίοδο οι βιομηχανικές εξαγωγές αυξήθηκαν μόνο κατά 16% και οι εισαγωγές κατά 20%. Το εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας βασίζεται κυρίως στις συμφωνίες κλήριγκ, γεγονός που μετατρέπει τη Γερμανία, που επίσης βάσιζε το εξωτερικό της εμπόριο στο κλήριγκ, στον πρώτο εμπορικό εταίρο της χώρας. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία αποτελούσαν το 1932 το 14% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών, ενώ το 1938 το 40%.[iv] Ταυτόχρονα, το 1932 καταργούνται οι σταθερές ισοτιμίες της δραχμής, που υποτιμάται στο διάστημα 1932-1938 κατά 600% ως προς το χρυσό φράγκο πράγμα που αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Σ’ αυτό το ιδιαίτερα προστατευτικό πλαίσιο, ο ελληνικός καπιταλισμός επιδεικνύει πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, η ελληνική βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται στο διάστημα 1928-1938 κατά 68%, επιτυγχάνει, δηλαδή, τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο μετά τη Σοβιετική Ένωση (αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής στο ίδιο διάστημα κατά 87%) και την Ιαπωνία (73%). Οι ελληνικές εξαγωγές αυξάνονται κατά την περίοδο 1928-1938 κατά 16%, κυρίως λόγω της αύξησης των εξαγωγών προς τη Γερμανία (κατά 359%), την Ιταλία (κατά 34%), τις ΗΠΑ (κατά 90%), τη Γιουγκοσλαβία (κατά 7.600%) και τη Ρουμανία (κατά 225%).

Την περίοδο 1930-1940 αυξάνει ο αριθμός των επιχειρήσεων κατά 25%. Πάνω από τις μισές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 1940 είχαν ιδρυθεί μετά το 1920. Η βιομηχανική απασχόληση αυξάνεται με ανάλογους ρυθμούς: 154 χιλιάδες απασχολούμενοι στη βιομηχανία το 1920, 280 χιλιάδες το 1930 και 350 χιλιάδες το 1938.

Το εντυπωσιακότερο στοιχείο σε αυτήν την εικόνα είναι το εξής: παρά την πτώχευση του 1933 οι ξένες επενδύσεις και η προσφορά δανείων προς την Ελλάδα κάθε άλλο παρά υποχώρησαν, το αντίθετο διευρύνθηκαν! Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και κυρίως της βιομηχανίας είχαν ως συνέπεια τη γρήγορη αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων και των δανείων στην ελληνική βιομηχανία, στον ηλεκτρισμό, την υδροδότηση. Το μεγάλο ύψος των ελληνικών επιτοκίων (καθ’ όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου παραμένουν υπερδιπλάσια των δυτικοευρωπαϊκών) και οι εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου στην Ελλάδα θα αποτελέσουν και πάλι το υπόβαθρο για τις εισαγωγές κεφαλαίων στη χώρα.

Στα 1940 η βιομηχανία έδινε περίπου το 18% στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν και απασχολούσε περίπου το 15% του εργατικού δυναμικού.


Αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής

Το 80% των ελληνικών εξαγωγών αποτελούνταν μέχρι το 1929 από δύο μόνον προϊόντα: καπνό και σταφίδα. Κατά το διάστημα 1929-1933 μειώνονται, όμως, οι εξαγωγές καπνού κατά 1/3 ως προς τον όγκο και κατά 81% ως προς την τιμή. Μια ανάλογη εξέλιξη παρατηρήθηκε και με άλλα εξαγωγικά αγροτικά προϊόντα. Οι εξαγωγές σταφίδας μειώθηκαν κατά 50%, των σταφυλιών κατά 55%.

Το ελληνικό κράτος αντέδρασε σε αυτές τις εξελίξεις προωθώντας την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών. Στη δεκαετία 1928-1938 πενταπλασιάστηκαν οι εκτάσεις με μπαμπάκι, τετραπλασιάστηκαν οι εκτάσεις με λαχανικά, πολλαπλασιάστηκαν κατά 14 φορές οι εκτάσεις με ζωοτροφές και κατά 2,5 φορές οι εκτάσεις με σιτηρά. Ως αποτέλεσμα αυτής της αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών στο διάστημα 1928-1936 μειώθηκε ο όγκος των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων κατά 18%, παρότι ο όγκος της συνολικής αγροτικής παραγωγής διπλασιάστηκε κατά την ίδια περίοδο.

Το κόστος της κρίσης και της αναδιάρθρωσης έπεσε καθ’ ολοκληρίαν στους ώμους των Ελλήνων αγροτών. Στα 1936 ο μέσος όρος του εισοδήματος μιας αγροτικής οικογένειας έφτανε περίπου τις 21.000 δραχμές (σε άλλες μελέτες γύρω στις 18.500 δραχμές) ενώ το ελάχιστο αναγκαίο για την επιβίωση ήταν 28.000 δραχμές. Τουλάχιστον το ένα τρίτο από τα κτήματα ήταν πολύ μικρά για να εξασφαλίσουν έστω και τη συντήρηση των ιδιοκτητών. Αυτό σήμαινε ότι η μέση αγροτική οικογένεια είχε αρνητικό καθαρό εισόδημα, δηλαδή ότι η παραγωγική δραστηριότητα της γεωργίας δεν εξασφάλιζε στον αγρότη ούτε κέρδος άλλα ούτε καν το ισοδύναμο ενός μισθού. Το έλλειμμα του οικογενειακού ισοζυγίου καλυπτόταν από άλλους πόρους: με τα εμβάσματα των μεταναστών, με τη διόγκωση του χρέους προς την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδας, με την προσφορά από τους αγρότες παράλληλης εργασίας σε εξωγεωργικούς τομείς. Η υπερεντατικοποίηση της συνολικής εργασίας του αγρότη δεν απέβαινε ασφαλώς επωφελής στον ίδιο, αλλά επέτρεπε απλώς τη μεγιστοποίηση του όγκου της αγροτικής παραγωγής και την ελαχιστοποίηση του κόστους, και ιδίως του κόστους εργασίας για τα αφεντικά.

Το πρόβλημα της διαβίωσης των αγροτών επιδεινωνόταν από τα χρέη που τους φόρτωσε το κράτος για να εξυπηρετήσει την άρχουσα τάξη. Από το 1933 και μετά παρουσιάζονται εξαιρετικά αυξημένα τα χρέη των αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα.

Τα χρέη προήλθαν από το γεγονός ότι οι αστικές κυβερνήσεις δεν απαλλοτρίωναν χωρίς αποζημίωση τη μεγάλη ιδιοκτησία τη δεκαετία του 1920 -οι ιδιοκτήτες των κλήρων έπρεπε να πληρώνουν στους προηγούμενους ιδιοκτήτες το 30-40% της άξιας σε 30 ετήσιες δόσεις. Το υπόλοιπο πληρώνονταν από τους γεωργικούς συνεταιρισμούς και το κράτος. Έτσι οι αγρότες έμεναν πνιγμένοι στα χρέη για χρόνια και οι παλιοί μεγαλοτσιφλικάδες διατηρούσαν την ισχυρή οικονομική θέση τους, γιατί περνούσαν τώρα στο εμπόριο ή τη βιομηχανία.

Το αποτέλεσμα ήταν οι αγρότες να μην έχουν τη δυνατότητα να εκσυγχρονίσουν τις παραγωγικές τους μεθόδους. Μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα μόνο 1700 τρακτέρ, δηλαδή αναλογούσε 1 τρακτέρ σε 218 αγρότες (στη Βουλγαρία η αναλογία ήταν 1 : 122 και στη Μεγάλη Βρετανία 1 : 3).

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα οι άθλιες βιοτικές συνθήκες της υπαίθρου είχαν οδηγήσει σε μια όλο και μεγαλύτερη εγκατάλειψή της και παράλληλα σε διόγκωση της αστικοποίησης. Στα 1896 ο αστικός πληθυσμός έφτανε το 22%, στα 1907 το 24%, στα 1920 27%, στα 1928 33% —και σ’ αυτό το σημείο έμεινε ίσαμε τα 1940.


Οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν

Η καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη ολόκληρης της μεσοπολεμικής περιόδου συνοδεύεται από τη συνεχή επιδείνωση της θέσης της εργατικής τάξης. Στο διάστημα 1922-1935 αυξάνουν οι τιμές καταναλωτή κατά 207%, ενώ οι μέσοι μισθοί μόλις κατά 83%. Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει την περίοδο 1928-1938 κατά 43% ενώ οι μέσοι μισθοί κατά 24%. Ο αριθμός των ανέργων αυξάνει από 75 χιλιάδες το 1928 σε 237 χιλιάδες το 1932, για να μειωθεί και πάλι σε 150 χιλιάδες το 1935:

Έτη Ενεργός Πληθυσμός Αριθμός Ανέργων Ποσοστό «Ανεργίας»
1928 2603553 75000 2,8%
1929 2636175 127000 4,8%
1930 2668797 165000 6,1%
1931 2701418 218000 8,0%
1932 2734040 237000 8,6%
1933 2766662 156000 5,6%
1934 2799284 162000 5,7%
1935 2831905 150000 5,2%

Το προλεταριάτο των πόλεων βρισκόταν σε άθλια κατάσταση.

Στα 1939 το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν 75 δολάρια, ενώ το αντίστοιχο στη Μεγάλη Βρετανία ήταν 469 δολάρια. Παραπάνω, λοιπόν, από τα τρία τέταρτα των οικογενειών έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με λιγότερο από 40.000 δραχμές το χρόνο, ενώ όλος ο πλούτος ήταν συγκεντρωμένος στα χέρια μερικών οικογενειών.

Το αποτέλεσμα ήταν κακές συνθήκες διαμονής (στην Αθήνα και τον Πειραιά έμεναν 4-5 άτομα σε κάθε δωμάτιο), και ανεπαρκέστατη διατροφή (στην Ελλάδα 2551 θερμίδες κατ’ άτομο τη μέρα, στη Μεγάλη Βρετανία 3125 θερμίδες).

Η μαζική εγκατάσταση των προσφύγων λειτούργησε σαν μια ακαταμάχητη δημογραφική πίεση. Η εργατική δύναμη προσφέρθηκε σε αφθονία και φθηνά. Γι’ αυτό η ανεργία και η υποαπασχόληση στα χρόνια αυτά δεν ήταν παρά απλούστατα οι «σκοτεινές» προϋποθέσεις για τη βιομηχανική ανάπτυξη που πραγματοποιήθηκε.

Η συμπίεση των εργατικών μισθών διευκολύνθηκε από το οριστικό κλείσιμο της μετανάστευσης και συνοδεύθηκε, όπως ήταν φυσικό, με τη διόγκωση της ανεργίας. Η μετανάστευση εργαζομένων, στο διάστημα 1907-1921, είχε φτάσει κατά μέσο όρο τις 25.000 ετησίως (με εξαίρεση το 1918-19), από τους οποίους οι 23.600 κατευθύνονταν προς τις ΗΠΑ. Αυτό ισοδυναμούσε, για το ίδιο διάστημα, με μια συνολική αφαίμαξη του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας κατά 19% περίπου. Όμως, με τα περιοριστικά μέτρα των ΗΠΑ από το 1921 και τη διεθνή ύφεση που ακολούθησε, η μετανάστευση κατήλθε αιφνίδια σε 5.100 άτομα (κατά μέσο όρο) ετησίως, από τα όποια τα 3.500 προς τις ΗΠΑ.

Ο εγκλωβισμός της εργατικής δύναμης μέσα στα όρια της χώρας αύξησε την προσφορά εργασίας και επέτρεψε τη συμπίεση των μισθών. Μεταξύ 1922 και 1935 οι τιμές ανέβηκαν κατά 207%, ενώ οι μισθοί μόνο κατά 83%. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη δεκαετία 1928-1938, η κατά κεφαλήν παραγωγικότητα του εργάτη αυξήθηκε κατά 43%, ενώ οι μέσοι μισθοί αυξήθηκαν μόνο κατά 24%. Η συνεχής πτώση του πραγματικού μισθού των εργαζομένων λειτούργησε σαν μια αποτελεσματική προϋπόθεση για την εκβιομηχάνιση.

Η δειγματοληπτική έρευνα, που έγινε από τη Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος το 1930, απέδειξε ότι τα 73% των εργατικών οικογενειών του δείγματος είχαν εισόδημα κατώτερο από το θεωρούμενο γενικά ως ελάχιστο όριο για τη συντήρηση. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ξενοφώντα Ζολώτα, το ελάχιστο όριο για τη συντήρηση της μέσης εργατικής οικογένειας ήταν περίπου 33.000 δραχμές όμως 17,5% των οικογενειών είχαν ετήσιο εισόδημα κατώτερο των 18.000 δραχμών, 51,16% μεταξύ 18.000 και 30.000 δρχ. και 4,33% μεταξύ 30.000 και 33.000 δρχ. Από το σύνολο του χαμηλού αυτού εργατικού εισοδήματος το 57,5% δαπανιόταν σε τρόφιμα, από τα όποια μόνο το ψωμί αντιπροσώπευε το 40% των οικογενειακών δαπανών.

Η οικονομική κατάσταση των μισθωτών μεταξύ των ετών 1930 και 1938 επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο. Το ελάχιστο όριο συντήρησης μιας οικογένειας είχε φτάσει το 1938 τις 60.000 δραχμές ετησίως. Την ιδία εποχή, όμως, μόνο 17% των οικογενειών είχαν εισόδημα ίσο η ανώτερο από αυτό το ελάχιστο όριο. Τα υπόλοιπα 83% των οικογενειών, δηλαδή 1.362.000 οικογένειες σε σύνολο 1.642.000, είχαν εισόδημα κατώτερο, που έφθανε ως 18.727 δραχμές ετησίως, δηλαδή λιγότερο και από το 1/3 του θεωρούμενου ως απολύτως αναγκαίου. Από αυτό το προβληματικό οικογενειακό εισόδημα αφαιρούνταν ετησίως, υπό τη μορφή άμεσων και έμμεσων φόρων, ένα ποσοστό που κυμαινόταν μεταξύ 15% και 26% του εισοδήματος…

Άγγελος Κ

Τις επόμενες μέρες θα επανέλθουμε με το δεύτερο μέρος της μελέτης μας για την Ελλάδα τη δεκαετία του 1930 και με τίτλο:

«Η πολιτική κρίση στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1930:

από τον κοινοβουλευτισμό στη δικτατορία»

Λίγη υπομονή…



[i] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=155085

[ii] http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyagor_100097_14/09/2010_414791

http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12336&subid=2&pubid=58363148

[iii] Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος ΙΕ, Αθήνα 1978, εκδοτική Αθηνών.

[iv] Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη, η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο, Εξάντας 1993.


Βιβλιογραφία

Γιάννης Μηλιός: Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, εκδόσεις Κριτική, 2000.

Λευτέρης Τσουλφίδης, αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας: Οικονομική ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις πανεπιστημίου Μακεδονίας 2003.

Richard Clogg, Σύντομη ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993.

Heinz Richter, 1936-1946 δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, εξάντας, 1975.

Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος ΙΕ, Αθήνα 1978, εκδοτική Αθηνών.

Κώστας Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη, η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο, Εξάντας 1993.

Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του μεσοπολέμου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002.


2 Responses to “Η ελληνική κοινωνία και οικονομία στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του 1930”


  1. 1 a8lios
    16/09/2010 στο 00:25

    Πιθανότατα θα σας ενδιαφέρει και αυτό
    http://erodotos.wordpress.com/2010/09/12/riksi-enswmatwsi/
    που μόλις κυκλοφόρησε.

  2. 2 aformi
    16/09/2010 στο 00:25

    Φαίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον…
    Θα το αγοράσω στις επόμενες μέρες. Ευχαριστώ πολύ που μας ενημέρωσες.
    Άγγελος Κ


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Mail Επικοινωνίας

aformimisa@gmail.com
Σεπτεμβρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.   Οκτ. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Επισκέψεις

  • 297,923 hits

Αρέσει σε %d bloggers: