02
Ιολ.
10

Αναφορά σε ένα πλιάτσικο

Πατώντας το πλήκτρο play μετά από λίγα δευτερόλεπτα (10΄΄-20΄΄) ξεκινάει το βίντεο. Μεταφέρεστε σε πλήρη οθόνη (full screen) κάνοντας κλικ στο εικονίδιο με τα λευκά βελάκια που βρίσκεται στο κάτω δεξιά μέρος του player. Επιστρέφεται σε κανονική απεικόνιση πατώντας το πλήκτρο escape (Esc).

Οι αναλογίες της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης μεταξύ της Ελλάδας και της Αργεντινής είναι τόσο προφανείς που διαρκώς εμφανίζονται στον ελληνικό τύπο. Παρουσιάζουμε σήμερα την συγκλονιστική ταινία του Fernando E. Solanas «Memoria del saqueo» (Αναφορά σε ένα πλιάτσικο).

Παράλληλα δημοσιεύουμε τρία άρθρα για την Αργεντινή.

Το πρώτο είναι μια συνέντευξη του Jacinto Roldan, αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Hoy!» της Αργεντινής, στο «Δρόμο της Αριστεράς» (28 Ιουνίου 2010).

Το δεύτερο άρθρο, «Η οικονομική κρίση στην Αργεντινή: ερμηνείες και προτάσεις», είναι του Claudio Katz δημοσιευμένο το 2001. Ο Claudio Katz είναι οικονομολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο International Viewpoint. Στην Ελλάδα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σπάρτακος της ΟΚΔΕ. Κάντε κλικ εδώ για να μεταβείτε αμέσως στο άρθρο.

Το τρίτο άρθρο που δημοσιεύομε, «Αργεντινή: στην κόψη του ξυραφιού», είναι του Τομ Λιούις του 2002. Ο Λιούις είναι στέλεχος της ISO (Διεθνιστική Σοσιαλιστική Οργάνωση ΗΠΑ), καθηγητής πανεπιστημίου, με πλούσια δράση και συγγραφικό έργο σχετικά με τη Λατινική Αμερική. Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 22 του ISR, International Socialist Review (ΜάρτιοςΑπρίλιος 2002). Στην Ελλάδα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διεθνιστική Αριστερά της ΔΕΑ. Κάντε κλικ εδώ για να μεταβείτε αμέσως στο άρθρο.


Jacinto Roldan: Η Αριστερά

μπαίνει επικεφαλής στους αγώνες

Η Αργεντινή πέρασε μια κρίση, πολύ γνωστή στην Ελλάδα. Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της και πόσο μπορεί να έχουν σχέση με τα ελληνικά δεδομένα;

Νομίζω ότι μπορούμε να συγκρίνουμε τις καταστάσεις με την έννοια των μέτρων που λήφθηκαν από τις κυβερνήσεις. Και στην Αργεντινή πρώτα-πρώτα έγινε περικοπή των μισθών. Δεύτερον, σε ό,τι αφορά τα μεσαία στρώματα, οι αποταμιεύσεις τους στις τράπεζες πάγωσαν. Επίσης, ο Καβάλο (τότε υπουργός Οικονομικών), πριν ξεσπάσει το Αργεντινάτσο, έλαβε μέτρα για τη σωτηρία των τραπεζών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλαπλασιάστηκε το χρέος. Το Αργεντινάτσο ήτανε μία απάντηση σ’ αυτά τα μέτρα. Μια εξέγερση που στηρίχθηκε σε ένα ολόκληρο προτσές αγώνων που προηγήθηκαν. Ο λαός δεν δέχτηκε ότι πρέπει να πληρώσει αυτός. Και ήταν η πρώτη φορά που ο λαός στους δρόμους νίκησε μια κυβέρνηση. Ο πρόεδρος το έσκασε με ελικόπτερο, παραιτήθηκε ο υπουργός Οικονομικών και αμέσως μετά ολόκληρη η κυβέρνηση. Η κυβέρνηση, δηλαδή, διώχθηκε από το λαό εξαιτίας της πολιτικής ξεπουλήματος του εθνικού πλούτου και εξαιτίας της πολιτικής πείνας. Άρα, με βάση τουλάχιστον αυτά που έχω ακούσει, υπάρχει αυτή η ομοιότητα με την Ελλάδα.

Η εξέγερση τι πολιτικό περιεχόμενο είχε, ποια ήταν η παρέμβαση των αριστερών οργανώσεων στην Αργεντινή; Ήταν μια αυθόρμητη εξέγερση η οποία στην πορεία πήρε συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά;

Εμείς καταρχήν λέμε ότι «πατέρας» του Αργεντινάτσο ήταν ο λαός της Αργεντινής. Δεν υπάρχει καμία πολιτική οργάνωση που μπορεί να ιδιοποιηθεί την εξέγερση. Το Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCR), το 1996 πρόβαλε το σύνθημα «για ένα νικηφόρο Αργεντινάτσο» κόντρα σε όλες τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Εκτιμούσαμε ότι βρισκόμαστε στην αυγή μιας περιόδου ανόδου των μαζικών αγώνων στην Αργεντινή, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς εκτιμούσαν ότι βρισκόμασταν σε μια περίοδο αμυντικής αντίστασης. Κι αυτή η αντιπαράθεση συνεχίστηκε πρακτικά μέχρι να ξεσπάσει το Αργεντινάτσο. Εμείς υποστηρίζουμε ότι η εξέγερση του 2001 αποτελεί παρακαταθήκη όλου του αργεντίνικου λαού, αποτελεί μια έκφραση της αυξημένης συνειδητοποίησής του και προβάλλεται σαν μια δυνατότητα για νέες νίκες. Αποτελεί μια συνέχεια των τοπικών εξεγέρσεων, αυτό που ονομάζουμε puebladas. Σ’ ό,τι αφορά την εθνική πολιτική σκηνή, το Αργεντινάτσο άνοιξε έναν καινούριο μεγάλο δρόμο. Το λέμε αυτό, διότι υπάρχουνε και δυνάμεις της Δεξιάς και της Αριστεράς, που λένε: «Εντάξει, έγινε το Αργεντινάτσο και λοιπόν; Τι έγινε;». Το σύνθημα του Αργεντινάτσο ήτανε «να φύγουν όλοι». Εμείς λέμε ότι το Αργεντινάτσο κατάργησε στην πράξη την κατάσταση πολιορκίας που επέβαλε ο πρωθυπουργός. Δεύτερον, ανάγκασε τέσσερις προέδρους μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να φύγουν και τρίτον, επέβαλε τη μη πληρωμή του χρέους για τέσσερα περίπου χρόνια. Υποχρέωσε την κυβέρνηση εξαιτίας της μεγάλης κινητοποίησης του κινήματος των ανέργων να παραχωρήσει 2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Έκανε δυνατό να λειτουργήσουν επιχειρήσεις που εγκαταλείφθηκαν από τα αφεντικά και καταλήφθηκαν από τους εργάτες. Και έσωσε τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις χιλιάδων μικρών και μεσαίων αγροτών και βιοτεχνών. Αλλά το βασικό χαρακτηριστικό του Αργεντινάτσο είναι ότι έδειξε ποιος είναι ο δρόμος, ώστε να πετύχουμε την επιβολή μιας κυβέρνησης λαϊκής, δημοκρατικής και πατριωτικής.

Η περίοδος μετά το Αργεντινάτσο;

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αγώνας των εργατών της πολυεθνικής Κραφτ. Το εργοστάσιο της Κραφτ έχει πάνω από 3.000 εργάτες που η πλειοψηφία τους είναι γυναίκες. Αυτός ο αγώνας ξέσπασε από μια πολύ μικρή αφορμή, που ήταν ότι δεν έλυσε η εργοδοσία το θέμα του εμβολιασμού για τη γρίπη. Μετά αναδείχθηκε και το θέμα των απειλών για απολύσεις, και επίσης το θέμα των αμοιβών. Ξεκίνησαν λοιπόν απεργιακές κινητοποιήσεις, οι οποίες ριζοσπαστικοποιήθηκαν κάτω από την καθοδήγηση της εργοστασιακής επιτροπής, που έχει ταξικές θέσεις, και τελικά απολύθηκαν οι πουλημένοι ηγέτες.

Ο αγώνας των εργατών της Κραφτ στράφηκε εναντίον της ηγεσίας της συνθηκολογημένης εθνικής ομοσπονδίας εργαζομένων στα τρόφιμα και εναντίον της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση ακολούθησε τη μέθοδο της καταστολής. Αναπτύξαμε σ’ όλη τη χώρα την αλληλεγγύη με τους εργάτες της Τεραμπούσι – Κραφτ. Το τριπλό μέτωπο αμερικάνικης πολυεθνικής – κυβέρνησης – πουλημένης συνδικαλιστικής ηγεσίας έσπασε. Και η διάσπαση του εχθρικού μετώπου επέτρεψε την ανάπτυξη του αγώνα και την επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων. Πριν την αντιπαράθεση στην Κραφτ, ήταν η αγροτική εξέγερση που προκάλεσε τεράστιες συζητήσεις, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Αυτή η αγροτική εξέγερση έθεσε σε κίνηση και το τελευταίο χωριό και έδειξε το δρόμο για τη συγκρότηση της εργατικής και αγροτικής ενότητας.

Μετά το Αργεντινάτσο εμφανίστηκαν νέες μορφές οργάνωσης;

Αυτό που εμφανίστηκε ήταν οι πολυτομεακές οργανώσεις. Στο Αργεντινάτσο έλειπε η ενότητα, ο συντονισμός και η οργάνωση, που μπορούσαν να επιβάλουν τελικά μια κυβέρνηση λαϊκής, δημοκρατικής, πατριωτικής ενότητας. Η νέα μορφή οργάνωσης μετά και την αγροτική εξέγερση είναι οι πολυτομεακές οργανώσεις, οι οποίες σε ορισμένες επαρχίες, όχι σε όλες μέχρι στιγμής, είναι κέντρα συντονισμού. Δεν έχουν μία βάση συμφωνίας στο μάξιμουμ, αλλά ενώνονται σε συγκεκριμένα αιτήματα, για παράδειγμα, τη μη πληρωμή του εξωτερικού χρέους.

Ποια είναι η τρέχουσα πολιτική τακτική σας;

Το βασικό θέμα που έχουμε θέσει τα τελευταία δύο χρόνια είναι το πώς θα εμποδίσουμε την απομόνωση των αγώνων, το σπάσιμό τους. Με την αγροτική εξέγερση και με τον αγώνα των εργαζόμενων στην Κραφτ, έγινε αποδεκτό, κατανοητό, ότι το PCR είναι σήμερα η κύρια δύναμη της Αριστεράς. Τώρα μας έχουνε βάλει στο στόχαστρο, δεν είναι πια η περίοδος που αποσιωπούσαν την ύπαρξή μας τα ΜΜΕ. 14 εκατομμύρια φτωχοί και 6 εκατομμύρια που δεν έχουν τίποτα. Η οργάνωση συσσιτίων ήταν μια αναγκαιότητα για την επιβίωση στις λαϊκές συνοικίες, στις παραγκογειτονιές κ.λπ. Στην Αργεντινή το 62% του πληθυσμού δεν έχει αποχέτευση, το 58% δεν έχει παροχή αερίου και το 33% δεν έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Πολλά παιδιά πέθαναν από την πείνα. Οργανώσεις ανέργων του μαχητικού ταξικού ρεύματος, του CCC, γεννήθηκαν από την ανάγκη. Συγκροτήσαμε το κίνημα των ανέργων μέσα από το CCC σαν μια δύναμη που δεν υποχωρεί, που δεν προδίδει, που δεν φεύγει από τους δρόμους και προσπαθεί να λύσει το βασικό πρόβλημα επιβίωσης των εκατομμυρίων ανέργων. Θέλω εδώ να τονίσω ότι η Αριστερά είναι αυτή που μπαίνει επικεφαλής στους αγώνες. Η Αριστερά που δεν μπαίνει επικεφαλής στους αγώνες δεν είναι Αριστερά. Για παράδειγμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Αργεντινής δίνει επιχειρήματα και στηρίζει την κυβέρνηση Κίρχνερ, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της Δεξιάς. Οι τροτσκιστές μιλάνε για παγκόσμια επανάσταση. Δεν υπάρχει λόγος να προετοιμάσουμε την επανάσταση στην Αργεντινή, δεν γίνεται επανάσταση στην Αργεντινή, πρέπει να γίνει παγκόσμια επανάσταση κάποτε, λένε. Εμείς λέμε ότι πέρα από τη Δεξιά και την κυβέρνηση Κίρχνερ που είναι μέσα στο σύστημα κ.λπ. υπάρχει και τρίτη ομάδα στο «γήπεδο». Κι αυτοί είναι οι εργαζόμενοι, είναι οι αγρότες, είναι η φοιτητική νεολαία που τώρα ξαναμπαίνει στους αγώνες. Εμείς βαδίζουμε σ’ αυτόν το δρόμο. Ο αργεντίνικος λαός αντιμετώπισε την κρίση βαδίζοντας στο δρόμο των puebladas, δηλαδή, της παράδοσης των εξεγέρσεων. Κι εμείς στην ιστορία μας έχουμε εξεγέρσεις που νίκησαν κυβερνήσεις, νίκησαν ακόμα και δικτατορία. Για μας το θέμα είναι η ενότητα του λαού από τα κάτω, ο συντονισμός μέσω των πολυτομεακών οργανώσεων και η οργάνωση του λαού που θα επιτρέψει την εγκαθίδρυση μίας κυβέρνησης λαϊκής, πατριωτικής, δημοκρατικής ενότητας, η οποία θα βαδίζει προς την επανάσταση.

Τι μήνυμα θα στέλνατε στην ελληνική Αριστερά;

Ότι πρέπει να υποστηρίξει το δρόμο της εξέγερσης του λαού, έχοντας εμπιστοσύνη στον ελληνικό λαό. Πρέπει να βοηθήσει το λαό να στηριχτεί στις δικές του δυνάμεις.



Η οικονομική κρίση στην Αργεντινή:

ερμηνείες και προτάσεις

Του Claudio Katz

Γιατί η οικονομική κρίση στην Αργεντινή είναι τόσο σοβαρή; Πώς η παρούσα και συνεχιζόμενη ύφεση μπορεί να εξηγηθεί; Η ύφεση έχει διαρκέσει ήδη τρία χρόνια, δύο φορές περισσότερο από την τυπική διάρκεια κυκλικών διακυμάνσεων. Η πτώση στις επενδύσεις επηρεάζει όλους τους τομείς και το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 4,3% από τις αρχές του 1998.

Το πραγματικό επιτόκιο είναι πέντε φορές μεγαλύτερο από το διεθνή μέσο όρο και τορπιλίζει κάθε προσπάθεια οικονομικής αναζωογόνησης. Η κατανάλωση έχει μειωθεί λόγω δραστικής συστολής της αγοραστικής δύναμης. Η ανεργία είναι στο 30% και το ετήσιο εισόδημα των μισών μισθωτών είναι λιγότερο από 500 πέσος ($320) . Η φτώχεια επηρεάζει το 37% του πληθυσμού. Δεν υπάρχει στην ιστορία της χώρας προηγούμενο κοινωνικής καταστροφής τέτοιου μεγέθους.

Το κυρίως σημείο της κρίσης την οποία αντιμετωπίζει η Αργεντινή εδώ και ένα χρόνο, είναι η ουσιαστική παύση πληρωμών από την κυβέρνηση για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους. Αυτό απειλεί τη συνέχιση όλων των μέτρων που εφαρμόζονται από τον Domingo Cavallo, υπουργό Εθνικής Οικονομίας.

Ο κ. Καβάλο έλπιζε να επιτύχει μια ανάπαυλα με την αναβολή πληρωμών του χρέους μέσω της megacanje, ένα οικονομικό πακέτο που συνίσταται στην ανταλλαγή παλαιών κρατικών χρεογράφων με καινούργια μακροβιότερα. Παρόλα αυτά, το Υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ και η ΕΚΤ έχουν αρνηθεί να εγγυηθούν την έκδοση αυτών των χρεογράφων και το κόστος για την κυβέρνηση είναι σκανδαλώδες. Οι οφειλές έχουν αυξηθεί κατά $47.4 δις.

Καθώς η megacanje δεν οδήγησε σε οικονομική ανάκαμψη, ο κ. Καβάλο στοιχημάτισε στην ενθάρρυνση της αύξησης των εξαγωγών σαν μια λύση της κρίσης. Έτσι άνοιξε το δρόμο για μια διαδικασία υποτίμησης με την εισαγωγή μιας αγοράς χωρισμένης ανάμεσα στον εμπορικό και το χρηματο-οικονομικό τομέα. Αν και δεσμεύτηκε για τη διατήρηση μιας αυστηρής μετατρεψιμότητας με αναλογία μισό Ευρώ και μισό δολάριο, ήδη η κυβέρνηση προβάλλει το ενδεχόμενο της υποτίμησης εάν η κρίση συνεχιστεί. Εντωμεταξύ η πτώση του ΑΕΠ συνεχίζεται.

Οποιοδήποτε από τα μέτρα του κ. Καβάλο μπορεί να οδηγήσει σε μία γενική κρίση που θα περιλαμβάνει την γενική εγκατάλειψη των κρατικών χρεογράφων, καταθέσεων πέσος και αργεντίνικων εμπορικών χαρτιών. Η εμφάνιση αυτού του φαινομένου θα οδηγούσε στην εμφάνιση μιας πιο δραστικής στροφής της οικονομίας είτε προς μεγάλες υποτιμήσεις, είτε προς δολαριοποίηση, είτε ακόμα και τα δύο. Το περιεχόμενο μιας τέτοιας κρίσης είναι ανάλογο με τις οικονομικές καταρρεύσεις των προηγούμενων δεκαετιών (Rodrigazo το 1975, εθνικοποίηση του χρέους στην αρχή του 80 και υπερπληθωρισμός του 1989) και άρα ανατρέπει τις πρόσφατες ευκαιριακές εξηγήσεις που αποδίδουν την κρίση στη «διαφθορά του Μενέμ» και την έλλειψη ικανοτήτων του Φερνάντο ντε λα Ρούα» (πρόεδρος της Αργεντινής).


Δικαιολογώντας τον νεο-φιλελευθερισμό

Μέχρι το προηγούμενο έτος πολλοί νεο-φιλελεύθεροι περιόριζαν τις εξηγήσεις για την κρίση της Αργεντινής σε ατυχείς συμπτώσεις εξωτερικών δυσκολιών όπως η ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου, η υποτίμηση του Αργεντινού νομίσματος, η πτώση της τιμής των εξαγομένων αγαθών, η πτώση της αξίας του Ευρώ και η κατάρρευση άλλων οικονομιών της περιφέρειας του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Αλλά στο παρελθόν οι δυσκολίες αυτού του είδους ήταν συχνές. Το μόνο καινούργιο πράγμα σήμερα είναι πως η οικονομία της Αργεντινής προβάλλει ανυπεράσπιστη απέναντι σε τέτοιους κινδύνους ως συνέπεια της φιλελευθεροποίησης του οικονομικού συστήματος, της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης της οικονομίας, του εμπορικού ανοίγματος προς το εξωτερικό και της αποκηρύξεως της συναλλαγματικής και νομισματικής ανεξαρτησίας της κυβερνήσεως. Αλλά επειδή μια αναγνώριση των προηγουμένων θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή των αποτυχιών τους, οι «ορθόδοξοι» οικονομολόγοι γυρνάν στην αγαπημένη τους εξήγηση: το υψηλό επίπεδο κρατικών δαπανών.

Λένε πως «μόνο ο ιδιωτικός τομέας έχει κάνει την προσαρμογή» λες και οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι αποτελούν ένα κοινό σώμα που μοιράζεται τις θυσίες. Στη σταυροφορία τους ενάντια στο χρέος, αποκρύπτουν το γεγονός ότι αυτή η ανισορροπία δεν προκύπτει από κοινωνικές δαπάνες σε μισθούς και εκπαίδευση αλλά από τους πολλαπλούς μηχανισμούς αμέσων και εμμέσων επιδοτήσεων προς την άρχουσα τάξη.

Οι νεοφιλελεύθεροι αποφεύγουν ειδικά στις εξηγήσεις τους την ερμηνεία ότι οι βασικές πηγές της κατάρρευσης των δημοσίων οικονομικών είναι οι πληρωμές τόκων και εξωτερικού χρέους. Αυτά έχουν συμβάλλει στον τριπλασιασμό των διοικητικών κυβερνητικών δαπανών, καταναλώνοντας 7 φορές περισσότερους πόρους από την κοινωνική πρόνοια και 23 φορές περισσότερα από τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Οι κρατικές δημόσιες δαπάνες αυτομάτως πολλαπλασιάζονται με κάθε επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και δεν υπάρχει τρόπος αποκατάστασης αυτής της ανισορροπίας με νέες ιδιωτικοποιήσεις.

Οι νεοφιλελεύθεροι επίσης ξεχνούν ότι το έλλειμμα ξέφυγε από κάθε έλεγχο με την κατάργηση των συνεισφορών των εργοδοτών στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Τα «κίνητρα προς επενδύσεις» τελικά δημιούργησαν ανεργία επιπέδου ρεκόρ, δημιουργώντας μια απώλεια εσόδων για το κράτος, ίση με το ένα τρίτο του δημόσιου χρέους. Μετά τη συσσώρευση σημαντικών διαθεσίμων ο AFJP (οργανισμός συνταξιοδότησης) έχει μετατραπεί σε ένα μεγάλο πιστωτή ενός χρεωκοπημένου κράτους, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό συνταξιούχων παραμένει στα επίπεδα της φτώχειας και απειλεί να οδηγήσει την επόμενη γενιά συνταξιοδοτήσιμων σε ακόμα χειρότερη από την παρούσα κατάσταση.

Αντιμέτωπη με αυτό το ενδεχόμενο και για να προστατεύσει τα αμοιβαία κεφάλαια η κυβέρνηση προτείνει την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και τη μείωση του κατώτατου μισθού. Η επαναφορά της συνεισφοράς των εργοδοτών προς το κράτος και η εξάλειψη του παρασιτικού συστήματος διοίκησης του AFJP θα μπορούσε να γιατρέψει αυτή την έλλειψη δημοσιονομικής ισορροπίας που οι νεοφιλελεύθεροι αμφισβητούν τόσο πολύ. Αλλά επειδή αυτά τα διορθωτικά μέτρα θα επηρέαζαν τα κέρδη του κατεστημένου, οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι ούτε καν εξετάζουν αυτό το ενδεχόμενο.


Ιδιωτικοποίηση

Λόγω του αποτελέσματος που είχε στην κοινή γνώμη η αποτυχία της Aerolineas, του εθνικού αερομεταφορέα της Αργεντινής, μερικοί νεοφιλελεύθεροι έχουν αρχίσει να αποδέχονται την ιδέα του ότι «κακά εκτελεσμένες ιδιωτικοποιήσεις έχουν δημιουργήσει την παρούσα κρίση». Αλλά και οι υπόλοιπες ιδιωτικοποιήσεις, εκτελέστηκαν καλά; Οι επιδοτήσεις των σιδηροδρόμων και το σύστημα διοδίων; Η πώληση των τηλεπικοινωνιακών οργανισμών σε εξευτελιστικά χαμηλές τιμές; Η χορήγηση μονοπωλιακών δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως στις εταιρίες ηλεκτρισμού; Είναι προφανές ότι, όποια από τις παραπάνω περιπτώσεις κάποιος εξετάσει, βλέπει πως το κράτος, αντί να απομακρυνθεί από την οικονομία, μεγέθυνε τον ρόλο επιδότησης, εγγυώμενο σε μια αποπληθωριστική περίοδο, αυξήσεις στα τιμολόγια των παραπάνω εταιρειών της τάξεως 40-100%.

Εάν οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις είχαν να αντιμετωπίσουν τον ίδιο ιδιωτικό ανταγωνισμό που υπάρχει στην υπόλοιπη οικονομία τότε θα είχαν τύχη αντίστοιχη με αυτή των Aerolineas. Παρ’ όλες αυτές τις ενδείξεις οι οικονομολόγοι που μονοπωλούν τα τηλεοπτικά δίκτυα συνεχίζουν να μιλάνε για «απαραίτητες ιδιωτικοποιήσεις», (εθνικές τράπεζες, προνομιακά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, λαχείο κλπ.) και τους εκκρεμείς μετασχηματισμούς στην υγεία και την παιδεία σαν αυτοί οι μετασχηματισμοί να έχουν κάποιο ευεργετικό αποτέλεσμά για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Τα επιχειρήματά τους εξαντλούνται και οι νεοφιλελεύθεροι καταφεύγουν στο να μας ζητήσουν να έχουμε πίστη. Υπόσχονται ότι η δολαριοποίηση του νομίσματος θα ολοκληρώσει τις αλλαγές και διαβεβαιώνουν για τη σταθερότητα του νομίσματος, έτσι ώστε να υπάρχει μια αύξηση στο ρυθμό εισροής ξένων κεφαλαίων στην Αργεντινή.

Αλλά αποφεύγουν οποιοδήποτε σχόλιο για την άρνηση της Federal Reserve Board (κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ) να βοηθήσει τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αποφεύγουν να αναφέρουν κάποια εξωτερικά νομισματικά «σήματα» και δεν ασχολούνται με τα αποτελέσματα που είχε το σύστημα της δολαριοποίησης για κράτη όπως ο Παναμάς, τα οποία υπόκεινται ακόμα στο ίδιο είδος κρίσης που επηρεάζει οποιαδήποτε Λατινοαμερικανική χώρα και αν αναφέρουμε. Το νέο νομισματικό καθεστώς, το οποίο εφαρμόζεται μετά από μια περίοδο βαθιάς αποπληθωριστικής προσαρμογής, θα διευκολύνει μόνο τη μεταφορά ιδιοκτησίας με πιο συμφέροντες όρους για αυτές τις ομάδες που διαχειρίζονται το ξένο συνάλλαγμα.

Ο νεοφιλελεύθερος λόγος συνδυάζει την αμνησία με τη σχιζοφρένεια. Μιλάνε με υπερηφάνεια για τους μετασχηματισμούς του 1991 και 1995 σαν αυτές οι αλλαγές να ήταν ασυσχέτιστες με τις μετέπειτα καταστροφές και ξεχνούν την δικιά τους απάτη και ευθύνη για τη χρεωκοπία της χώρας. Σε άλλες περιπτώσεις καταλογίζουν την κρίση στην τεχνολογική και επιστημονική οπισθοδρόμηση της Αργεντινής, ξεχνώντας την πολεμική υπέρ των μειώσεων του προϋπολογισμού για τα πανεπιστήμια και για κλείσιμο του Εθνικού Συμβουλίου για την Επιστημονική και Τεχνολογική Έρευνα (Conicet).

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική είναι οργανωμένη σε τρία επίπεδα. Πρώτον, υπήρξε η απάντηση από τον πρώην υπουργό Οικονομίας Machinea ο οποίος μείωσε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και αύξησε τους φόρους για την μεσαία τάξη δηλώνοντας ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Αργότερα ήρθε η ακραία επίθεση με τον αντικαταστάτη του, Lopez Murphy, ο οποίος εισήγαγε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις από τις οποίες υποφέρουμε τώρα. Τέλος ήρθε ο αντιφατικός πραγματισμός του Cavalo, ο οποίος αντικρούει το βράδυ αυτά τα οποία πρότεινε το πρωί, καταφέρνοντας να κάνει ένα ρεκόρ αριθμού κινήτρων τα οποία εγκαταλείπονται πριν καν ανακοινωθούν. Μίλησε για προτεραιότητα αναζωογόνησης της οικονομίας με αυξήσεις στους δασμούς, μείωση των νομισματικών διαθεσίμων του κράτους και μείωση των επιδοτήσεων προς τους διαφόρους τομείς της οικονομίας, αλλά μετά στράφηκε προς πιο δραστικά οικονομικά μέτρα όπως η γενίκευση του ΦΠΑ και η ανανέωση των στόχων συλλογής φόρων που είχαν τεθεί από τους προκατόχους του.

Αμφισβήτησε το καταστροφικό δημόσιο χρέος, αλλά εξέδωσε ομόλογα που εξασφάλιζαν υψηλότερες τιμές και φορολογικά προνόμια στις τράπεζες. Μίλησε για μια κυβερνητική κάθαρση η οποία σταμάτησε αυτομάτως. Από τη μια πρότεινε την αποσύνδεση του πέσο από το δολάριο για να έρθει κοντύτερα στο Ευρώ αλλά αντιφατικά εγκατέλειψε την εμπορική συμφωνία Mercosur που αποτελείται από την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη για να μπει στη FTAA(Ελεύθερη Ζώνη Εμπορίου της Αμερικής, όχημα των ΗΠΑ), ενώ υποσχόταν να διατηρήσει τη μετατρεψιμότητα του αργεντίνικου νομίσματος και άνοιξε ένα πόλεμο ανταγωνιστικών υποτιμήσεων σε ολόκληρη τη Νότια Αμερική.


Κριτικοί του νεοφιλελευθερισμού

Ανάμεσα στους πολλούς οικονομολόγους που αντιτίθενται στην κυβερνητική πολιτική η πλειοψηφία επικεντρώνει τις αμφιβολίες της στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο, αλλά χαρακτηρίζει την πολιτική αυτή με διαφόρους τρόπους. Η πιο πρόσφατη κριτική επικεντρώνεται στη μετατρεψιμότητα του νομίσματος. Το να υποθέσουμε ότι η κρίση μπορεί να επιλυθεί με μια μεταβολή της πολιτικής της μετατρεψιμότητας είναι μια ψευδαίσθηση όπως είναι και η λειτουργικότητα του μηχανισμού μιας «δημοφιλούς υποτίμησης» που αποφεύγει την απαξίωση των μισθών ή των μικροκαταθέσεων.

Διατηρώντας ως αμετάβλητες τις υποσχέσεις αποπληρωμής του χρέους και προσπαθώντας να ελέγξει την όποια οικονομική ευελιξία μέσω του ΔΝΤ, οποιαδήποτε υποτίμηση θα έχει ως αποτέλεσμα την εξαθλίωση του πληθυσμού. Πολλοί από αυτούς που αμφισβητούν την οικονομική κυβερνητική πολιτική εξηγούν τις συνέπειες της ύφεσης από τη μετατρεψιμότητα και ειδικότερα τη διατήρηση επιπέδων επιτοκίων ως έλλειψη ενεργούς πολιτικής από την κυβέρνηση. Αλλά αυτή η αναποτελεσματικότητα δεν παράγεται αποκλειστικά από την παγίδα της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Αυτό που αποτρέπει όλα τα κράτη της περιφέρειας από την εφαρμογή κεϋνσιανών πολιτικών, για την επανενεργοποίηση των οικονομιών τους, είναι η εξάρτηση από τους επιθεωρητές του ΔΝΤ, οι οποίοι περιορίζουν την εσωτερική χορήγηση πίστης (δανείων) ώστε να βεβαιώσουν την αποπληρωμή των δανείων. Ακόμα και αν η έκταση των δανειακών υποχρεώσεων δεν είναι, σε ποσοστιαία βάση, μεγαλύτερη από αυτή των κυρίαρχων κρατών, είναι όμως σε ξένα νομίσματα και εξαρτάται από τις περιοδικές εξωτερικά καθορισμένες πολιτικές επαναχρηματοδότησης.

Εξαιτίας του οικονομικού κύκλου αυτά τα κρατη, εξαρτώνται περισσότερο από την παρακολούθηση στην οποία υπόκεινται από τους πιστωτές τους (και την επακόλουθη εισροή και εκροή κεφαλαίων) πάρα από τις εσωτερικές συνθήκες ζήτησης. Αυτό εξηγεί γιατί η νέα ελίτ των χρηματοοικονομικών οργανισμών αντικαθιστά την παλιά εθνική γραφειοκρατία και έχει αποκτήσει την διοίκηση της μακροοικονομικής πολιτικής των υπερχρεωμένων χωρών. Συχνά κανείς ακούει γνώμες σχετικά με το βάρος του χρέους που έχει παγιώσει την κυριαρχία της «παρασιτικής τάξης των τραπεζιτών πάνω στους παραγωγικούς βιομήχανους». Από αυτήν την άποψη τα προνόμια των τραπεζιτών που με τα ταχυδακτυλουργικά τους κόλπα κερδοσκοπούν ως μεσολαβητές, έρχεται σε αντίθεση με τις κακοτυχίες των μεγάλων επιχειρήσεων που δυσκολεύονται από το αυξημένο κόστος δανειοδότησης.

Αλλά αυτό το είδος επιχειρημάτων αγνοεί την τεράστια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στις δυο ομάδες και στην οικονομική διαφοροποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων οι οποίες ελέγχουν επιπλέον ένα μεγάλο ποσοστό των κυβερνητικών ομολόγων. Οι βιομήχανοι συμμετείχαν πλήρως στην φρενίτιδα ιδιωτικοποίησης και ήταν οι κύρια ευνοημένοι από την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων κατά το πρώτο μισό της περασμένης δεκαετίας. Τα θύματα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου υπήρξαν οι μισθωτοί, των οποίων η αμοιβή πέφτει κατά 0,5% για κάθε 1% αύξησης της παραγωγής και οι κεφαλαιοκράτες ήταν αυτοί οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την αβεβαιότητα της εργατικής τάξης κατά τη δεκαετία του 90.

Είναι εμφανές, παρ’ όλ’ αυτά ότι οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές της συναλλαγματικής μετατρεψιμότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής, του κοινωνικού αποκλεισμού σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού και το άνοιγμα προς το εξωτερικό για εισαγωγές διεύρυναν την οικονομική κρίση της Αργεντινής. Αλλά το μοντέλο αυτό δεν προκάλεσε την οικονομική κρίση. Η οικονομική κρίση, η οποία επηρεάζει όλες τις οικονομίες στην περιφέρεια των κυριοτέρων καπιταλιστικών οικονομιών, έχει τις ρίζες της στη δυναμική του παγκόσμιου καπιταλισμού.


Η κατάρρευση των εξαρτημένων χωρών

Η κρίση της Αργεντινής συνιστά ένα κρίκο της αλυσίδας οικονομικής αναταραχής που χτύπησε όλες τις αναπτυσσόμενες αγορές: Μεξικό το 95, Νοτιανατολική Ασία το 97, Ρωσία το 98, Βραζιλία το 99, Εκουαδόρ το 2000. Στην τελευταία του μορφή εκδηλώθηκε ως ντόμινο που επηρέασε αδιακρίτως όλες τις εξαρτημένες οικονομίες, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση και τις δημοσιονομικές πρακτικές τους. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η πτώση των τιμών των εξαγωγών και η φυγή κεφαλαίων είχαν ένα ισχυρό κοινωνικό αντίκτυπο. Παρόλο που κάποιος μπορεί να εντοπίσει την ύπαρξη μιας κοινής νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε όλες τις επηρεαζόμενες χώρες, οι πρακτικές ήταν διαφοροποιημένες, ενώ η ύπαρξη μιας εξαρτημένης καπιταλιστικής τάξης είναι κοινή για όλες τις χώρες.

Οι συνέπειες του παγκόσμιου διαχωρισμού των επενδύσεων ανάμεσα σε αναπτυγμένες και «οπισθοδρομικές» χώρες είναι εμφανείς στις εξαρτημένες οικονομίες και προκάλεσαν την αναδιοργάνωση του καπιταλισμού κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 90. Αυτά τα περιφερειακά κράτη έχουν ιδιαίτερα επηρεαστεί από τη γενική επίθεση των αφεντικών εναντίων των εργαζομένων και από τη γεωγραφική εξάπλωση του κεφαλαίου και της φρενίτιδας «ανταγωνιστικότητας» που συνοδεύουν την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας.

Έχει εκτιμηθεί ότι το χάσμα ανισότητας μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών έχει αυξηθεί κατά 30 –60 φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια ενισχύοντας τη συγκέντρωση του 86% της παγκόσμιας κατανάλωσης από το 20% του πληθυσμού. Τα εξαρτημένα έθνη υποστήριξαν μια συστηματική και διογκούμενη μεταφορά πόρων προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις αναπτυγμένες χώρες λόγω των άνισων όρων εμπορίου, της αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους και των κερδών που δημιουργούνται λόγω των χαμηλών μισθών των βιομηχανιών των κρατών της περιφέρειας.

Η οπισθοδρομική τεχνολογία, η οικονομική ευαισθησία, η βιομηχανική δυικότητα και η υπερίσχυση εμπορικών μειονεκτημάτων σε αυτές τις οικονομίες εντάθηκε εμφανώς τα προηγούμενα χρόνια ενισχύοντας την τελευταία οξεία κρίση. Η οικονομική κατάρρευση από την οποία υποφέρει η Αργεντινή είναι παρόμοια από αυτή την άποψη με την κρίση του συνόλου των χωρών της Λατινικής Αμερικής, Ασίας, Αφρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μια σχετική πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι μια διαδικασία επαναποικιοποίησης, η οποία εντοπίζεται σε μια απώλεια αυτονομίας της τοπικής άρχουσας τάξης ως συνέπεια των συνδέσμων με το ξένο κεφάλαιο. Με αυτό τον τρόπο οι λειτουργοί του ΔΝΤ έχουν κερδίσει μια άνευ προηγουμένου δύναμη και επιρροή στις κυβερνητικές πολιτικές και αποφάσεις. Όλα αυτά μπορούν να συνοψιστούν με παλαιούς όρους: εντατικοποίηση της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης.

Όπως και στα άλλα εξαρτημένα κράτη, η οικονομία της Αργεντινής υποφέρει έντονα από της συνέπειες της υπερπαραγωγής. Υποφέρει από τις συνέπειες του μειούμενου ποσοστού κέρδους στις κεντρικές αναπτυγμένες οικονομίες (τόσο κατά τη φάση της ύφεσης όσο και κατά τη φάση μερικής ανάκαμψης) και επίσης υποφέρει από την έλλειψη αγοραστικής δύναμης ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Αλλά ο απλός χαρακτηρισμός αυτών ως «ανήθικες συνέπειες του καπιταλισμού που λειτουργεί με βάση το συμφέρον του μετόχου» μας εμποδίζει να δούμε στο βάθος τη συστηματική μεταφορά πλούτου προς τις ιμπεριαλιστικές εταιρείες. Το ότι ο ίδιος οικονομικός παρασιτισμός είχε διαφορετικά αποτελέσματα στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία είναι λόγω της ύπαρξης της διαδικασίας του ιμπεριαλιστικού διαχωρισμού.

Η πορεία της οικονομίας της Αργεντινής συνδέεται με μια γενική τάση υποβάθμισης της θέσης της Λατινικής Αμερικής στη παγκόσμια αγορά, που χαρακτηρίζεται από τον πολύ χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης που ξεκίνησε στη «χαμένη δεκαετία» του 1980. Όπως και στην υπόλοιπη περιοχή αυτό συνετέλεσε στην ηγεμονική οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ, χρηματοδοτώντας την οικονομική αναδιοργάνωση των τραπεζών που επηρεάστηκαν από τα εθνικά χρέη. Άνοιξε νέες αγορές για εξαγωγές λόγω της κυρίαρχης θέσης και διευκόλυνε την μεταφορά κερδών προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες στα περιφερειακά κράτη.

Η άρχουσα τάξη της Αργεντινής κατέστησε αυτή τη μεταφορά κερδών έξω από τη χώρα δυνατή, υποβαθμίζοντας έτσι την εσωτερική αγορά. Απέτυχε επίσης στο σχέδιο επιβολής του Mercosur, το οποίο σκόπευε στη δημιουργία μιας γεωγραφικής περιοχής οικονομικής δραστηριότητας με κάποια αυτονομία από τις κύριες καπιταλιστικές χώρες. Η άρχουσα τάξη εμφανίζεται τώρα να απομακρύνεται ταχύτατα από τη Mercosur και να τείνει στην ενσωμάτωση της Αργεντινής στην Ελεύθερη Ζώνη Εμπορίου της Αμερικής (FTTA), την οποία οι ΗΠΑ προωθούν σε μια προσπάθεια εκτοπισμού των Ευρωπαίων ανταγωνιστών από τη Νότια Αμερική.

Η οικονομική κρίση της Αργεντινής συνιστά μέρος της παγκόσμιας οικονομικής αναδιοργάνωσης του καπιταλισμού η οποία δεν ευνοεί τα υπανάπτυκτα κράτη. Τα αποτελέσματα αυτής της αναδιοργάνωσης είναι ιδιαίτερα έντονα επειδή συνδυάζονται με μια παλινδρόμηση της οικονομίας, η οποία μετά από μια μακρά περίοδο έχει διαβρώσει την παραδοσιακή θέση της Αργεντινής στην περιφέρεια, ως χώρα με συγκριτικά υψηλό επίπεδο. Το πραγματικό κατά κεφαλή εισόδημα είναι σήμερα στα επίπεδα του 1974. Η σημαντική άνοδος του ΑΕΠ κατά 127% μεταξύ 1949 και 1974 ξεχωρίζει έντονα από την νωθρή ανάπτυξη του 55% από το 1974 έως σήμερα.

Σε αντίθεση με τη Νότια Κορέα, η οικονομία της Αργεντινής δεν καταρρέει λόγω αναπόφευκτου ανταγωνισμού με μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά χάνει συνεχώς τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις νεές περιφερειακές χώρες οι οποίες κινούνται, όπως η Ρωσία, προς την κατεύθυνση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης και η οικονομική βιωσιμότητα της οποίας υποστηρίζεται από μια συστηματική καταστροφή των οικονομικών επιτευγμάτων του παρελθόντος. Επίσης για πρώτη φορά οι χώρες αυτές έρχονται αντιμέτωπες με καταστάσεις ακραίας φτώχειας, τυπικό χαρακτηριστικό των οικονομιών της αδύναμης περιφέρειας.

Αλλά αυτό το είδος ύφεσης δεν αποτελεί νεωτερισμό του καπιταλισμού, ενός συστήματος δομημένου γύρω από τα κέρδη και τη ροή κεφαλαίων προς τους τομείς και γεωγραφικούς χώρους που υπόσχονται τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Μέσα στην αρχιτεκτονική σταθερότητας που ξεχωρίζει τα ιμπεριαλιστικά από τα περιφερειακά έθνη, μια μεταβλητή γεωμετρία κυβερνά την υπανάπτυξη η οποία δημιουργεί την αναδιανομή, τις ανόδους και πτώσεις στον εσωτερικό χώρο των αποκλεισμένων εθνών.


Κράτος μαφίας

Η σοβαρότητα της οικονομικής κρίσης της Αργεντινής έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να ερευνήσουν το επίπεδο της πολιτικής και τα αίτια της. Κάποιοι διανοούμενοι υποστηρίζουν ότι η κατάπτωση στην Αργεντινή προέρχεται από την θεσμική αστάθεια που δημιουργήθηκε από την παγίωση του κράτους μαφίας. Αλλά ακόμα και εάν είναι εμφανές ότι η επιταχυνόμενη σήψη του πολιτικού κλίματος προκλήθηκε από δωροδοκίες, ξέπλυμα χρήματος και ναρκοδιακίνηση, αυτές οι αποσυνθετικές δυνάμεις είναι συνέπεια της συνεχιζόμενης οικονομικής κατάρρευσης η οποία συστηματικά καταστρέφει τους κανόνες του παιχνιδιού τους οποίους οι διάφοροι ευκατάστατοι τομείς ενισχύουν και ταυτόχρονα υπονομεύει στα μάτια του πληθυσμού το κύρος των κομμάτων της άρχουσας τάξης.

Η πίστη ότι η διαφθορά είναι ανταγωνιστική προς την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη εμπνέεται από μια ιδανική άποψη του συστήματος την οποία αναπαράγει μια μίξη των νόμιμων και παράνομων τομέων των επιχειρήσεων. Είναι αρκετό να παρατηρήσει κανείς την βαρύτητα που έχει στο οικονομικό σύστημα των ΗΠΑ η οικονομία εγκλήματος ή την κατάρρευση των σκιωδών επιχειρήσεων στις προσφάτως εκβιομηχανισμένες χώρες, όσον αφορά το εύρος των επενδύσεων, για να επιβεβαιώσει το γεγονός.

Είναι αστήριχτη φαντασία το ότι το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα δίνουν βραβεία για διαφάνεια. Εάν δεν ήταν η IBM, η Siemens, η Telefonica ή η Iberia τότε ποιός προώθησε τη σύναψη ληστρικών συμβάσεων με το κράτος. Οι πρεσβείες των ΗΠΑ και των Ευρωπαϊκών κρατών δεν ευνόησαν αυτές τις λειτουργίες; Η διαφθορά τρέφεται από την αναζήτηση για μεγαλύτερο κέρδος η οποία κυριαρχεί σε όλες τις καπιταλιστικές δραστηριότητες και επηρεάζει την ανταγωνιστική τύφλωση που υπονομεύει αυτές τις διαδικασίες. Σε αρκετές περιπτώσεις επιταχύνει τη συγκέντρωση κεφαλαίου και σε άλλες διαιωνίζει την κρίση.

Μια άλλη θεματική προσέγγιση πολλών αναλυτών προς την παρούσα κρίση είναι η διερεύνηση πολιτισμικών αιτίων, ανακινώντας τα παλιά ερωτήματα σχετικά με το χαρακτήρα των Αργεντινών. Όλες αυτές οι απόψεις επισημαίνουν την έλλειψη εθνικού σχεδίου. Κριτικάρεται ο «Ιθαγενής Χαρακτήρας» του πληθυσμού καθώς και η έλλειψη εργασιακής κουλτούρας. Αλλά σε αυτές τις επίπονες εξηγήσεις υποτίθεται ότι κάθε πολίτης συμβολιζόμενος ως ένα είδος κοινωνικού τύπου, έχει την ίδια ευθύνη για τη σημερινή κρίση με τους πανίσχυρους κατόχους του πλούτου. Αυτό αγνοεί το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη είναι αυτή που καθορίζει και ενορχηστρώνει την οικονομική πολιτική. Είναι απλά λανθασμένο αυτοί να καταλογίζουν τις αποτυχίες σε ολόκληρο τον πληθυσμό.

Φυσικά η οικονομική κατάπτωση μιας χώρας όπως η Αργεντινή με τόσες πλουτοπαραγωγικές πηγές έχει ιστορικά θεμέλια. Αλλά αυτά δεν συνδέονται με το ταμπεραμέντο των κατοίκων. Αντίθετα συνδέονται με τον αγροτικό μεταχηματισμό της Αργεντίνικης κοινωνικής δομής κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, με τις μετέπειτα οικονομικές στρεβλώσεις ενός επιδοτούμενου εκβιομηχανισμού και με την πρόσφατη συστηματική μεταφορά πλουτoπαραγωγικών πόρων έξω από τη χώρα.

Η ίδια κατάσταση επικρατεί στις περισσότερες υπανάπτυκτες χώρες οι οποίες στερούνται «μιας επιχειρηματικής τάξης η οποία να ρισκάρει και να καινοτομεί.» Αλλά αυτό που είναι πιο σημαντικό δεν είναι η συμμόρφωση με αυτή την πραγματικότητα: δεν πρέπει να υποτεθεί ότι αυτό είναι το πεπρωμένο ούτε ότι τίποτα δεν αναμένεται από τις ομάδες οι οποίες παραδοσιακά διαχειρίζονται την εξουσία.

Το μέλλον της χώρας εξαρτάται από τη δράση των λαϊκών αυτών κομματιών του πληθυσμού που αν και βρίσκονται σε πλήρη κοινωνική υποχώρηση έχουν μάθει πώς να διατηρούν τις παλιές παραδόσεις της πάλης και να ενσωματώνουν νέες μορφές αντίστασης σε αυτές. Οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι συνιστούν τη μόνη κοινωνική δύναμη που είναι ικανή να δημιουργήσει μια εναλλακτική πρόταση για να ξεπεραστεί η παρούσα κρίση.


Προτάσεις για αλλαγή

Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να βελτιώσει την οικονομία της Αργεντινής σε ότι αφορά τους απλούς πολίτες εκτός και αν το επίπεδο της υλικής ευημερίας για τις πλατιές μάζες αποκατασταθεί στο επίπεδο της δεκαετίας του 1970. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που αποφεύγουν όλοι οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι, οι οποίοι προτείνουν τη συνέχιση της προσαρμογής, και όλοι οι μη φιλελεύθερους, οι οποίοι επικεντρώνονται σε μια λύση που θα στηρίζεται στην ανταγωνιστικότητα ή στον δασμολογικό προστατευτισμό.

Η διασφάλιση ενός κατώτατου εισοδήματος για τους ανέργους και η αύξηση των μισθών και των συντάξεων για την ενδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης είναι μια απαραίτητη συνθήκη οποιασδήποτε προοδευτικής εναλλακτικής λύσης στην παρούσα κυβερνητική πορεία. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών θα αποκατασταθεί αν ανακληθούν οι μετασχηματισμοί του εργατικού δυναμικού και διασφαλιστεί η σταθερότητα της εργασίας και όχι περιμένοντας για τη «μετάγγιση» των κερδών που οι επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει.

Ο Cavallo επιμένει στην εισαγωγή ενός φόρου στους τρέχοντες λογαριασμούς, την απόδοση των οποίων οι τράπεζες που έχουν καταφέρει να μειώσουν σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων, ή μετατρέποντας τη φορολογία και επιτρέποντας τμηματικές πληρωμές από τις μεγάλες επιχειρήσεις ενώ ταυτόχρονα διατηρείται ένα οπισθοδρομικό ποσοστό ΦΠΑ. Μια άμεση βελτίωση του επιπέδου ζωής για τους μισθωτούς και τους άνεργους είναι απαραίτητη για τη μείωση του χάσματος των εισοδημάτων που χωρίζει το πλουσιότερο 10% από το φτωχό κομμάτι του πληθυσμού, ένα χάσμα το οποίο αυξήθηκε κατά 57% τα τελευταία χρόνια.


Πλουτοπαραγωγικές πηγές

Μήπως υπάρχει έλλειψη πόρων για αυτές τις αλλαγές; Αν κάποιος κοιτάξει τους ωφελημένους του μοντέλου θα ανακαλύψει γρήγορα ποιος οικειοποιήθηκε αυτά που αφαιρέθηκαν από τα εισοδήματα των εργαζομένων. Ενώ η χώρα βρίσκεται σε απόλυτη οικονομική μιζέρια 4 Αργεντινοί φιγουράρουν στη λίστα των 538 πλουσιοτέρων ανθρώπων του κόσμου (Perez Companc, Rocca, Noble και Fortbat). Πολλοί συνδικαλιστές και κοινωνικοί ηγέτες έχουν καταδείξει ότι με την εξάλειψη των «κλοπών» των μεγάλων επιχειρήσεων (αξίας $20 δις) και με την επανεισαγωγή των εισφορών των εργοδοτών στο ασφαλιστικό, τα ποσά τα οποία είναι απαραίτητα για την εφαρμογή σχεδίων εκτάκτου ανάγκης για την υποστήριξη της απασχόλησης και της οικογένειας μπορούν να συγκεντρωθούν αμέσως.

Από αυτή την άποψη ένα πρόγραμμα οικονομικού μετασχηματισμού δεν μπορεί να προωθηθεί χωρίς πρώτα να εξαλειφθούν οι σπάταλες ιδιωτικοποιήσεις με μια επανάκτηση κρατικού ελέγχου όλων των στρατηγικών επιχειρήσεων. Μπορεί να λεχθεί ότι τέτοιες πρωτοβουλίες συνιστούν παραβίαση των συμβάσεων. Αλλά μήπως κατά την τελευταία δεκαετία τηρήθηκαν όλοι οι νόμοι οι οποίοι προστάτευαν τα εργασιακά, κοινωνικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα; Η μόνη διαφορά θα ήταν ότι τώρα για πρώτη φορά η νομοθετική-δικαστική αστάθεια θα στρεφόταν εναντίον αυτών που πλούτισαν χρησιμοποιώντας τους νόμους του κράτους για το δικό τους συμφέρον.

Οπωσδήποτε μια τέτοια απόφαση θα επέφερε οικονομικά αντίποινα αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες, οι βιομηχανίες πετρελαίου και τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα δεν μπορούν να μεταφερθούν έξω από τη χώρα. Σε κάθε περίπτωση το πιο σημαντικό θέμα για την οικονομία της Αργεντινής αποτελεί το εθνικό χρέος. Όσο αυτό παραμένει, η καθημερινή πίεση από τους πιστωτές στα δημόσια οικονομικά δεν θα αφήνει περιθώρια για την υιοθέτηση μέτρων που θα συντελέσουν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των πλατιών μαζών. Έτσι κάτω από τις παρούσες συνθήκες είναι πιο συμφέρον να κηρυχθεί παύση πληρωμών παρά μια παθητική αναμονή της επόμενης κρίσης που θα σημάνει την χρεωκοπία. Μια τέτοια κήρυξη θα συνιστούσε μια κυρίαρχη πράξη που θα επέτρεπε τον επαναπροσανατολισμό των πόρων προς προτεραιότητες κοινωνικών δαπανών και οικονομικής αναζωογόνησης.

Είναι συνηθισμένο να υποθέσει κάποιος ότι αυτό το μέτρο θα έκανε οριακή τη θέση της χώρας στις διεθνείς αγορές. Αλλά αυτό δεν έχει συμβεί ήδη μέσω της κυβέρνησης η οποία προσπαθεί να τηρήσει ανέφικτες υποσχέσεις; Κάποιοι επίσης προειδοποιούν για τη φυγή του ξένου κεφαλαίου ξεχνώντας ότι όλες οι συμφωνίες εξυπηρέτησης του χρέους δεν προβλέπουν επιστροφή των $100 δις που έχουν δοθεί ως εγγύηση κατατεθειμένα έξω από τη χώρα. Ο κύριος όγκος των πιστωτών δεν είναι κάποιοι σωτήρες αλλά συγκεκριμένες ομάδες επιχειρηματιών διεσπαρμένες σε όλη τη χώρα.

Υπάρχουν πολλές τακτικές για την αντιμετώπιση της παύσης πληρωμών ενός απατηλού χρέους. Η βιβλιοθήκη νομικών αιτίων για την δικαιολόγηση αυτής της μεθόδου είναι τεράστια. Η μόνη πραγματική πρόκληση έγκειται στην αντικατάσταση πομπωδών διακηρύξεων με συγκεκριμένες ενέργειες. Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο αγώνας ενάντια στους πιστωτές είναι δυνατός μόνο αν υιοθετηθεί ως μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου οικονομικής αναδιοργάνωσης. Η παρούσα συζήτηση για την οικονομική πολιτική κυριαρχείται από τις αντιφιλελεύθερες προτάσεις της αντιπολίτευσης ενάντια στο επικρατούν μοντέλο. Σε αυτές τις συζητήσεις ο καπιταλισμός θεωρείται ως μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, αποτρέποντας κάθε μελέτη της ιδέας ότι το σύστημα δημιουργεί περιοδικές κρίσεις οι οποίες κάνουν την πλειοψηφία του πληθυσμού να υποφέρει.

Επομένως κάποιος πρέπει να σκεφθεί μια τρίτη σοσιαλιστική επιλογή η οποία δείχνει προς την κατεύθυνση να ξεπεραστεί η τυραννία της αγοράς μέσα από δημοκρατικό προγραμματισμό. Μια δημοφιλής εναλλακτική πρόταση που συνίσταται σε βελτίωση της αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού, αντιστροφή των ιδιωτικοποιήσεων και παύση πληρωμών, αποτελεί το σημείο εκκίνησης μιας προοπτικής κοινωνικής απελευθέρωσης.



Αργεντινή: στην κόψη του ξυραφιού

Ο παράγοντας χρόνος αποδείχτηκε εχθρός του προέδρου Εντουάρντο Ντουάλντε από τότε που ανέλαβε καθήκοντα το Γενάρη του 2002. Ο Ντουάλντε βρίσκεται σε απελπισμένη αναζήτηση νέων δανείων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), προκειμένου να καλμάρει τη συνεχιζόμενη κοινωνική αναταραχή. Αν ως προς το τάιμινγκ είναι λάθος ή αν το ΔΝΤ επιλέξει να μην προχωρήσει σε βοήθεια, η κυβέρνηση Ντουάλντε θα καταρρεύσει υπό το βάρος των μαζικών διαδηλώσεων, ακριβώς όπως κατέρρευσε η κυβέρνηση του Φερνάντο Ντε Λα Ρούα τον περασμένο Δεκέμβριο.

Αν ο χρόνος αποτελεί τη θεία δίκη για τον Ντουάλντε, για τους αντιπάλους του αποτελεί πλεονέκτημα προς το παρόν. Τα κοινωνικά κινήματα και τα αριστερά πολιτικά κόμματα χτίζουν αυτή τη στιγμή εκείνα τα κρίσιμα δίκτυα δράσης και αλληλεγγύης μεταξύ των ανέργων και των απασχολουμένων εργατών, όπως επίσης και μεταξύ των 150 συνοικιακών συνελεύσεων. Όμως οι ακτιβιστές, που έχουν ήδη οργανωθεί, χρειάζονται περισσότερο χρόνο προκειμένου να κερδίσουν τα μεγαλύτερα εργατικά συνδικάτα (των οποίων οι ηγέτες υποστηρίζουν τον Ντουάλντε) συγκροτώντας τα σε ένα ενιαίο μέτωπο. Δεν έχει ακόμη εμφανιστεί ένα μαζικό επαναστατικό κόμμα, κι ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι μέσα από περαιτέρω εμπειρίες ενός κοινού μαζικού αγώνα.


Το δίλημμα του Ντουάλντε

Η άρχουσα τάξη της Αργεντινής αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή ένα οικονομικό και πολιτικό τοπίο που προοιωνίζεται πολλά. Η ανεργία αναμένεται να φτάσει σύντομα στο 30% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Περίπου το 40% του πληθυσμού ζει τώρα κάτω από το επίπεδο της φτώχειας, η οποία σε μερικές περιοχές του μείζονος Μπουένος Άιρες φτάνει στα επίπεδα του 70% και του 80%. Το πέσο σήμερα ανταλλάσσεται σε αναλογία μεγαλύτερη από 2:1 με το δολάριο, τη στιγμή που μόλις τρεις μήνες πριν είχε «κλειδώσει» σε ισοτιμία 1:1. Η υποτίμηση έχει καταφάει τις αποταμιεύσεις και έχει πετσοκόψει το βιοτικό επίπεδο των περισσότερων Αργεντινών.

Οι καθημερινές διαδηλώσεις καταγγέλλουν την κυβέρνηση για τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της για ψωμί και δουλειά, ενώ η επιστροφή της ύφεσης υποσκάπτει ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη των εργατών και των οικογενειών τους. Οι αποκλεισμοί των δρόμων συνεχίζονται σε όλη τη χώρα. Για παράδειγμα μια «επ’ αόριστον πολιορκία» των εργαζόμενων σε 50 εργοστάσια γάλακτος στο Μπουένος Άιρες, την Κόρντομπα και τη Σάντα Φε, έχει διαλύσει τη διανομή, οδηγώντας σε έλλειψη φρέσκου γάλακτος σε όλες τις μεγάλες πόλεις.

Πέρα από την πιθανότητα ανατροπής της από τις θυμωμένες μάζες, η μεγαλύτερη καταστροφή που προδιαγράφεται για την κυβέρνηση Ντουάλντε είναι η πιθανότητα κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Αργεντινής. Στο δεύτερο μισό της περασμένης χρονιάς εξαφανίστηκαν 17 δισ. δολάρια 25% όλων των καταθέσεων ως αποτέλεσμα πολλαπλών απαιτήσεων καταθετών. Επιβλήθηκαν νέοι περιορισμοί στις αναλήψεις με στόχο να περιοριστεί η έξοδος δολαρίων την επιβράδυναν στο 1 εκατ. δολ. το μήνα.

Σύμφωνα με την «Ουάσιγκτον Ποστ», εμπειρογνώμονες περιγράφουν το τραπεζικό σύστημα σαν ωρολογιακή βόμβα. Το κόστος της υποτίμησης και του ραγδαία ογκούμενου μεγέθους των επισφαλών χρεών, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, σημαίνει ότι «οι 100 από τους 200 πιστωτικούς οργανισμούς μπορεί είτε να καταρρεύσουν είτε να καταφύγουν σε συγχωνεύσεις προκειμένου να επιβιώσουν τους επόμενους μήνες».

Η πρώτη υποψήφια για μια εκκωφαντική κατάρρευση είναι η ιδιωτική τράπεζα Banko Galicia. Η Κεντρική Τράπεζα της Αργεντινής προέβλεψε πρόσφατα κονδύλι ύψους 3 δισ. δολ. για να βοηθήσει τόσο την εν λόγω τράπεζα όσο και άλλα κλυδωνιζόμενα πιστωτικά ιδρύματα να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Επίσης η Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα διατεθούν άλλα 8 δισ. δολ. για να εξοφληθούν οι ξένες τράπεζες. Ωστόσο, τέτοιου είδους αποφάσεις δεν είναι ευχάριστες σε όλους.

Εκείνο που έχει απαιτήσει το ΔΝΤ ως προϋπόθεση για την επανέναρξη της χορήγησης δανείων προς την Αργεντινή είναι η «μεταρρύθμιση» και όχι η «στήριξη» του τραπεζικού συστήματος της χώρας.

Η μεγάλη αρπαγή ρευστού προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ξένοι τραπεζίτες δεν μπορεί να εξευμενίσει με κανέναν τρόπο τους διαδηλωτές της Πλατείας Μαΐου.

Ο Ντουάλντε και η κυβέρνηση του έχουν γίνει αυτή τη στιγμή σάντουιτς μεταξύ των αιτημάτων του μαζικού κινήματος από τη μια και του ΔΝΤ και των ΗΠΑ από την άλλη. Ο Ντουάλντε προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια του ΔΝΤ και του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Πολ Ο’ Νιλ, αφήνοντας ελεύθερη τη διακύμανση του πέσο απέναντι στο δολάριο και εξασφαλίζοντας το πέρασμα από τη Βουλή ενός προϋπολογισμού για το 2002, ο οποίος προβλέπει περικοπή των κρατικών δαπανών κατά ένα επιπλέον 14%. Επίσης μέσα από διαπραγματεύσεις κατάφερε να πετύχει μειώσεις στα ομοσπονδιακά εμβάσματα προς τις διάφορες επαρχίες, μειώσεις τις οποίες επιζητούσε το ΔΝΤ για περισσότερο από ένα χρόνο.

Αλλά το ΔΝΤ και οι αξιωματούχοι στις ΗΠΑ παραμένουν επιφυλακτικοί ακόμη και με αυτά τα βήματα. Η συμφωνία με τις επαρχίες προβλέπει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αναλάβει το επαχθές φορτίο του χρέους των επαρχιών χωρίς να επιβάλει κυρώσεις στους τοπικούς κυβερνήτες που κατασπατάλησαν τα χρήματα που προβλέπονταν από τους νέους τους προϋπολογισμούς. Ο Ντουάλντε έχει υποσχεθεί επίσης ότι θα διοχετεύσει σε κοινωνικά προγράμματα το πλεόνασμα εσόδων που ελπίζει ότι θα πετύχει, περικόπτοντας το 25% των θέσεων στα νομοθετικά σώματα των επαρχιών και ματαιώνοντας τις ενδιάμεσες εκλογές. Επιπρόσθετα, ο προϋπολογισμός του Ντουάλντε επιβάλλει καινούργιο φόρο στις εξαγωγές, κίνηση που υποτίθεται ότι επίσης θα συμβάλει στη χρηματοδότηση των κοινωνικών δαπανών. Φυσικά, όλες αυτές οι παροχές κάνουν τις τρίχες των νεοφιλελεύθερων απολογητών μέσα στο ΔΝΤ να σηκώνονται.

Μάλιστα ο Ο’ Νιλ και το ΔΝΤ διατηρούν τις δημόσιες επιφυλάξεις τους σε σχέση με τον προϋπολογισμό του Ντουάλντε. Ο προϋπολογισμός λίαν αισιόδοξος προβλέπει πληθωρισμό 15% και μείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος κατά 5% για το 2002, την ίδια στιγμή που εκτιμά ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα περιοριστεί μόνο στα 3 δισ. πέσο. Ωστόσο πολλοί αναλυτές αναμένουν ότι η οικονομική δραστηριότητα θα σημειώσει συρρίκνωση η οποία θα φτάσει μέχρι και το 10%. Επίσης αναμένουν ότι το έλλειμμα θα εκτοξευτεί στα 6 δισ. πέσο, αν τα φορολογικά έσοδα συνεχίζουν να μειώνονται. Σχεδόν οι πάντες προβλέπουν έναν υψηλότερο ρυθμό ανόδου του πληθωρισμού.

Αισθανόμενος την πίεση της κοινωνικής αναταραχής, ο Ντουάλντε μοίρασε ένα εκπληκτικό πακέτο υποσχέσεων στις αρχές Μαρτίου. Έχοντας στο πλευρό του τους σημαντικότερους ηγέτες των εργατικών συνδικάτων, ο Ντουάλντε ανακοίνωσε: «Το Μάιο ή τον Ιούνιο πρόκειται να διοργανώσουμε ένα πάρτι, γιατί στην Αργεντινή θα θέσουμε τέρμα σε αυτή την περίοδο ύφεσης» Και συνέχισε: «Μέχρι τις 9 Ιουλίου κάθε νοικοκυριό αυτού του έθνους θα λαμβάνει ένα ελάχιστο εισόδημα που θα επιτρέπει στους ανθρώπους να επιβιώνουν». Είναι καθαρό ότι ο Ντουάλντε ποντάρει σε μια γενναία και άμεση επέμβαση του ΔΝΤ.

Οι ακραίες εξαγγελίες αυτού του είδους αποκαλύπτουν ότι ο ίδιος έχει την αίσθηση ότι ο χρόνος του τελειώνει σε περίπτωση απουσίας μιας νέας βοήθειας εκ μέρους του ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, αυτές οι εξαγγελίες ανεβάζουν σε πρωτοφανή ύψη τις κοινωνικές προσδοκίες των απλών Αργεντινών και έτσι αυξάνουν τις πιθανότητες αποπομπής του Ντουάλντε αν δεν καταφέρει να ανταποκριθεί.


Προς το ενιαίο μέτωπο

Την ίδια ημέρα κατά την οποία ο Ντουάλντε υποσχέθηκε να βάλει τέλος στην τετραετή ύφεση έως το Μάιο ή τον Ιούνιο, τέσσερις πορείες διαδηλωτών συνήλθαν σε συνέλευση στο κέντρο του Μπουένος Άιρες. Μεταλλεργάτες, νοσηλευτές, μικρομαγαζάτορες και οδηγοί ταξί σταμάτησαν την κυκλοφορία για αρκετές ώρες γνωστοποιώντας τα αιτήματα τους που κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα: από το αίτημα για δουλειά, έως την υπεράσπιση της εθνικής βιομηχανίας και του δημόσιου συστήματος υγείας, αλλά επίσης και την απαίτηση να σταματήσει το κυβερνητικό πάγωμα των δολαριακών τραπεζικών λογαριασμών.

Παρότι ο ρυθμός των διαδηλώσεων έχει χαλαρώσει από τα μέσα Γενάρη και μετά, ο αριθμός των διαδηλωτών στους δρόμους παραμένει υψηλός. Οι σφύζουσες συνεδριάσεις των asambleas populares (συνοικιακών συνελεύσεων), στις οποίες φτάνουν να συμμετέχουν ακόμη και 300 ακτιβιστές, συνεχίζονται σε εβδομαδιαία βάση, και ο συνολικός αριθμός τους αυξάνεται σταθερά. Τόσο οι συνοικιακές συνελεύσεις όσο και οι asambleas populares (οι συνελεύσεις των ανέργων) οργάνωσαν με μεγάλη επιτυχία διαδηλώσεις οι οποίες κινητοποίη σαν πάνω από 10.000 ανθρώπους στις αρχές Φλεβάρη. Αυτά τα γεγονότα άνοιξαν το δρόμο για τις δύο μαζικές συγκεντρώσεις που έγιναν στα μέσα Φλεβάρη, από τις οποίες προέκυψε ένα σύνολο κοινών αιτημάτων, καθώς και ένα σχέδιο συντονισμένου αγώνα για το μήνα Μάρτιο.

Στις 16 Φεβρουαρίου, πάνω από 1.600 αντιπρόσωποι πήραν μέρος στην Εθνική Συνέλευση των Απασχολουμένων και των Άνεργων Εργατών (Asamblea Nacional de Trabajadores Ocupados Desocupados). Πρόκειται για την εθνική σύσκεψη των πικετέρος ή των άνεργων εργατών, των οποίων το κυριότερο μέσο πάλης υπήρξαν οι αποκλεισμοί δρόμων. Η συνέλευση άρχισε με μια δημόσια έκκληση με την οποία καλούνταν επίσης να τοποθετηθούν και οι αντιπρόσωποι των συνοικιακών συνελεύσεων καθώς και αριστερών πολιτικών κομμάτων. Οι εργασίες της έκλεισαν με ομόφωνη απόφαση που ενέκρινε μαχητικούς στόχους και ένα πρόγραμμα μαζικών κινητοποιήσεων.

Μέχρι πρόσφατα η καχυποψία ήταν αυτό που χαρακτήριζε τις σχέσεις των πικετέρος και των κυρίως χαρτογιακάδων -caceroleros (των διαδηλωτών με τις κατσαρόλες) που αποτελούν τις συνοικιακές συνελεύσεις. Ωστόσο σε αυτή την περίσταση το πιο δημοφιλές σύνθημα ήταν: «Piquetes y cacerolas la lucha es una sola» («το να διαδηλώνεις και το να χτυπάς τις κατσαρόλες είναι και τα δύο ένας αγώνας»). Μέσα στη γενική ευθυμία έγιναν καλοδεχούμενα τα λάβαρα και οι σημαίες των επαναστατικών κομμάτων, των οποίων η παρουσία κανονικά αποτρεπόταν στην προηγούμενη φάση του κινήματος. Στην κεντρική συνεδρίαση της συνέλευσης συμμετείχαν πάνω από 8.000 εργάτες.

Στις 17 Φεβρουαρίου, την επομένη δηλαδή της εθνικής συνέλευσης των πικετέρος, κάπου 3.000 ακτιβιστές από τις συνοικιακές συνελεύσεις συγκεντρώθηκαν στο Parque Centenario (Πάρκο της Εκατονταετηρίδας) στο Μπουένος Άιρες για την εβδομαδιαία συνάντηση της Διασυνοικιακής Συνέλευσης (Asamlea Interbarrial del Parque Centenario). Το Πάρκο της Εκατονταετηρίδας λειτουργεί ως ένα συντονιστικό σώμα για τις συνοικιακές συνελεύσεις, οι οποίες αλλιώς θα βρίσκονταν απομονωμένες. Τα δρώμενα στο Πάρκο μπορεί να τα παρακολουθήσει οποιοδήποτε μέλος μιας συνοικιακής συνέλευσης, κι έτσι τα νούμερα συμμετοχής είναι συνήθως μεγάλα.

Ανάμεσα στις αποφάσεις, γύρω από τις οποίες έγινε συζήτηση και τελικά υιοθετήθηκαν στη συγκέντρωση της 17ης Φεβρουαρίου, ήταν και αυτές που καλούσαν σε διαδηλώσεις ενάντια στις ληστρικές τιμές των σούπερ μάρκετ, σε κινητοποιήσεις ενάντια σε τράπεζες, στο στήσιμο ομάδων άμεσης επέμβασης που θα σταματούσαν τις εξώσεις, σε μέτρα υποστήριξης των απεργιών και σε ανακατάληψη δημόσιων χώρων. Πολύ κρίσιμη εξέλιξη υπήρξε το γεγονός ότι η Διασυνοικιακή Συνέλευση υποστήριξε το σχέδιο των πικετέρος για πάλη σε εθνικό επίπεδο. Επεφύλαξε θερμό χειροκρότημα στην επίσημη αντιπροσωπία της Asamblea Nacional Piquetera και δεσμεύτηκε με ενθουσιασμό στην ενιαία πάλη.

Ωστόσο, ο δρόμος προς ένα πλήρως ανεπτυγμένο ενιαίο μέτωπο παραμένει τραχύς. Μέσα στο κίνημα των πικετέρος υπάρχουν πέντε φράξιες, οι οποίες αντανακλούν τις προγραμματικές διαφορές ανάμεσα στις κύριες συνιστώσες: Κατ’ αρχάς, και πιο σημαντικό, είναι το Partido Obrero. Μετά υπάρχει η Corriente Clasista Combativa (CCC), η αριστερή πτέρυγα (μαοϊκή) της συδικαλιστικής ομοσπονδίας Central de Trabajadores Argentinos (CΤΑ). Υπάρχει επίσης η ίδια η CΤΑ. Το Bloque Piquetero Nacional ή Τρίτο Μπλοκ, το οποίο περιλαμβάνει έναν αριθμό μικρών αλλά σημαντικών επαναστατικών οργανώσεων, όπως το Frente Obrero Socialista (FOS) και το Movimiento de Trabajadores Revolucionarios. Τέλος υπάρχει ένα ρεύμα ριζοσπαστικού εθνικισμού ή περονισμού, το οποίο ελέγχεται από τον Ντουάλντε.

Αυτές οι υποδιαιρέσεις αποτελούν και την εξήγηση των ποικίλων αντιθέσεων στο εσωτερικό των πικετέρος. Οι δηλωμένοι στόχοι των πικετέρος, για παράδειγμα, περιλαμβάνουν μια σειρά από δυνητικά επαναστατικά αιτήματα, όπως η επανεθνικοποίηση των τραπεζών και των ιδιωτικοποιημένων βιομηχανιών, όπως επίσης και η άρνηση πληρωμής του εξωτερικού χρέους. Παρ’ όλα αυτά, όταν η ηγεσία των πικετέρος διαπραγματεύεται με την κυβέρνηση, αναδεικνύει μόνο τα πιο ανώδυνα αιτήματα (προγράμματα για τον επισιτισμό και την απασχόληση).

Το δέσιμο του κινήματος των πικετέρος και των συνοικιακών συνελεύσεων, από τη μια, και των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης, από την άλλη, αυτή τη στιγμή αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση όσον αφορά το χτίσιμο ενός ενιαίου μετώπου τόσο δυνατού, που θα μπορέσει να ρίξει τον Ντουάλντε και να επιδιώξει την υλοποίηση των αριστερών αιτημάτων σε όλη τους την κλίμακα. Η βιομηχανική εργατική τάξη δεν έχει μέχρι τώρα συμμετάσχει στον αγώνα στον ίδιο βαθμό με τους άλλους κοινωνικούς χώρους. Στις συνοικιακές συνελεύσεις υπάρχει μεγάλη συμμετοχή χαρτογιακάδων εργατών, ωστόσο ατομικά συμμετέχουν και χειρώνακτες εργάτες. Όμως, η επίσημη ηγεσία των βασικών συνδικάτων της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT), της διαφωνούσας πτέρυγας της (CGT-Moyano) και της CΤΑ -παραμένει σταθερά στο στρατόπεδο του Ντουάλντε και του περονιστικού στιλ λαϊκισμού του.

Τα αποτελέσματα της υποτίμησης του νομίσματος μπορεί σύντομα να αναγκάσουν τους εργάτες να πιέσουν τους ηγέτες τους για μια πιο μαχητική στάση επιβάλλοντας τους να καλέσουν περιορισμένης έκτασης γενικές απεργίες, όπως έχουν κάνει και κατά το παρελθόν ώστε να εκτονωθεί ο θυμός.

Μια άλλη πιθανή εξέλιξη, ωστόσο, είναι αυτή σύμφωνα με την οποία ένα κίνημα από τη βάση των συνδικάτων θα απαλλάξει τα σωματεία από την υπάρχουσα συνδικαλιστική ηγεσία, προκειμένου να μετατρέψει τα συνδικάτα σε ανεξάρτητες οργανώσεις μάχης της εργατικής τάξης.


Η μορφή των πραγμάτων που έρχονται

Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο ποια συγκεκριμένη κατεύθυνση θα πάρουν οι εξελίξεις στην Αργεντινή στους αμέσως επόμενους μήνες. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί ήδη να διακρίνει κανείς το γενικό προφίλ του ταξικού αγώνα.

Ο Ντουάλντε σκοπεύει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του αργεντίνικου καπιταλισμού όσο πιο σθεναρά μπορεί. Προσπαθεί να διατηρήσει και, ει δυνατόν, να αυξήσει την εθνική κυριαρχία της Αργεντινής σε σχέση με το ΔΝΤ και τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι η πιο σοβαρή απειλή για τον αργεντίνικο καπιταλισμό και για την ίδια του την κυβέρνηση προέρχεται από το μαζικό κίνημα. Έτσι ο Ντουάλντε έχει κοινό συμφέρον με το ΔΝΤ και με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό όσον αφορά τη διατήρηση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας και του κράτους στην Αργεντινή.

Η διαφορά μεταξύ του Ντουάλντε και του ΔΝΤ είναι ότι ο πρώτος κατανοεί ότι πρέπει να κάνει κάποια παραχώρηση όσο κίβδηλη και προσωρινή κι αν είναι προς τη λαϊκή εξέγερση προκειμένου να αποφύγει μια πλήρως ανεπτυγμένη, μια αληθινή επανάσταση. Έτσι, η τακτική του αποτελείται από το εξής δίπολο: από τη μια επισείει την απειλή της επανάστασης για να πάρει ό,τι μπορεί από το ΔΝΤ (τόσο σε χρήματα όσο και σε ελευθερία κινήσεων), ενώ από την άλλη χρησιμοποιεί την οικονομική βοήθεια του ΔΝΤ για να αποσοβήσει οποιεσδήποτε μελλοντικές κοινωνικές εκρήξεις.

Η συνολική στρατηγική του Ντουάλντε, συνεπώς, εξαρτάται πρώτα και κύρια από την έγκριση του ΔΝΤ για τα νέα δάνεια. Χωρίς τα δάνεια, δεν έχει καμιά δυνατότητα να εξευμενίσει τις μάζες. Και χωρίς αυτή τη δυνατότητα δεν έχει καμιά ισχύ απέναντι στο ΔΝΤ. Όλα αυτά καθιστούν απίθανη την περίπτωση να περισώσει την οποιουδήποτε βαθμού εθνική κυριαρχία μέσα από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, μπορεί να πείσει το ΔΝΤ να ανεχτεί κάποιες κοινωνικές δαπάνες προκειμένου να αποτρέψει έναν επαναστατικό ξεσηκωμό ο οποίος σίγουρα θα είχε αντίκτυπο σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.

Παρά τη λαϊκιστική του συνθηματολογία, δεν χωρά καμιά αμφιβολία σε σχέση με τη στάση που θα κρατήσει όταν οι αποφάσεις αφορούν το αν θα υπηρετήσει το νεοφιλελευθερισμό ή θα επιζητήσει την κοινωνική δικαιοσύνη. Το Φεβρουάριο δεν δίστασε να στείλει τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας, αλλά ακόμη και μονάδες του στρατού, για να διαλύσουν μια κινητοποίηση των λιμενεργατών ενάντια σε υπερεθνικές εταιρίες πετρελαίου. Η υποστήριξη δε, που έδωσε το Γενάρη στην πρόταση του ΔΝΤ για απάλυνση της οικονομικής κρίσης για τις εγχώριες και τις διεθνείς τράπεζες μέσω της μετατροπής των δολαριακών καταθέσεων δηλαδή της μεγάλης μάζας των καταθέσεων στο υποτιμημένο πέσο, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλιάτσικα των αποταμιεύσεων των απλών εργατών στην ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού.

Παρ’ όλα αυτά, το ΔΝΤ και ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν εμπιστεύονται ακόμη τον Ντουάλντε και, όπως φαίνεται, αναπτύσσουν τη δική τους στρατηγική: Ενώ ο Ντουάλντε αποπειράται να πιέσει το ΔΝΤ με την απειλή της επανάστασης, το ΔΝΤ απαντά ορθά κοφτά με το φάντασμα της «παλιάς καλής» αποικιοκρατίας. Ένα άρθρο γνώμης στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» στις 8 Μαρτίου ξεκαθάριζε με σαφήνεια αυτή την τακτική χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας:

«Η Αργεντινή οφείλει τώρα να παραιτηθεί από μεγάλο μέρος της κυριαρχίας της όσον αφορά και το νομισματικό τομέα και τη δημοσιονομική πολιτική και το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους και τη διαχείριση των πόρων.. . Αυτά είναι που πρέπει να αποδεχθεί η Αργεντινή ως ανταλλάγματα αν θέλει να πάρει νέα δάνεια… Πιο συγκεκριμένα, τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής της Αργεντινής πρέπει να τον αναλάβει ένα συμβούλιο έμπειρων ξένων διοικητών κεντρικών τραπεζών… Δεν πρέπει να τυπωθούν νέα πέσο σε αργεντίνικο έδαφος… Πρέπει να ξεκινήσει αμέσως μια εκστρατεία μαζικών ιδιωτικοποιήσεων λιμανιών, τελωνείων και όλων εκείνων των οργανισμών που στέκονται εμπόδιο στην παραγωγικότητα. Πρέπει να υπάρξει ευρείας κλίμακας απορύθμιση προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ανταγωνισμός στο χονδρικό και το λιανικό εμπόριο».

Μια τέτοια «λύση» της αργεντίνικης κρίσης, φυσικά, θα ταίριαζε όμορφα με το νέο ιμπεριαλιστικό δόγμα του Τζορτζ Μπους για το δικαίωμα των ΗΠΑ και των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών όπου αυτές κυριαρχούν να αρπάζουν με τη βία τον έλεγχο οποιασδήποτε περιοχής θεωρήσουν οι ίδιες ότι αποτελεί «αποτυχημένο έθνος». Είτε πρόκειται για το Αφγανιστάν είτε για την Αργεντινή, οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν στον αναπτυσσόμενο κόσμο καμιά εθνική κυριαρχία που θα έχει προτεραιότητα απέναντι στα δικά τους ιμπεριαλιστικά σχέδια.

Παρότι οι συνελεύσεις των πικετέρος και των συνοικιών έχουν γνωρίσει εντυπωσιακή ανάπτυξη και επιτυχία το τελευταίο διάστημα, στα μέσα Γενάρη ξέσπασε μέσα στην Αριστερά μια κρίσιμη αντιπαράθεση σε σχέση με τη γενική στρατηγική για το προχώρημα απ’ αυτή την κατάσταση, που σωστά γίνεται αντιληπτή ως το πρώτο στάδιο της αργεντίνικης επαναστατικής διαδικασίας, στο επόμενο. Ουσιαστικά η αντιπαράθεση αφορά την αναζήτηση του πιο αποτελεσματικού τρόπου κτισίματος ενός ενιαίου μετώπου μεγάλης κλίμακας, καθώς και της ανάπτυξης ενός επαναστατικού κόμματος μέσα απ’ αυτό.

Για παράδειγμα, το Partido Obrero (Ρ.Ο., Εργατικό Κόμμα) υποστηριζόμενο από το Movimiento Socialista de los Trabajadores (MST, Σοσιαλιστικό Εργατικό Κίνημα), έχει καλέσει για τη δημιουργία μιας Συντακτικής Συνέλευσης. Το Ρ.Ο. υποστηρίζει ότι μια τέτοια συνέλευση θα επέτρεπε να συναντηθούν πολύ γρήγορα δυνάμεις της εργατικής και της μεσαίας τάξης, σε μια προσπάθεια να αρθρωθεί μια οικονομική και πολιτική εναλλακτική πρόταση στο νεοφιλελεύθερο κράτος. Παραδέχεται ανοιχτά ότι στις παρούσες συνθήκες μια Συντακτική Συνέλευση πολύ πιθανά θα είχε το χαρακτήρα κοινοβουλευτικής (δηλαδή αστικής) δημοκρατίας, σε αντιπαράθεση με τη βαθύτερη ελευθερία που συνδέεται με την εργατική δημοκρατία.

Ωστόσο, ορισμένες διατάξεις που το Ρ.Ο. προτείνει (όπως το να πληρώνονται οι αντιπρόσωποι μόνο με το μέσο εργατικό μισθό) θα έκαναν τη Συντακτική Συνέλευση μια υβριδική οντότητα κατά ένα μέρος θα έχει χαρακτηριστικά αστικής δημοκρατίας, κατά ένα άλλο χαρακτηριστικά εργατικής δημοκρατίας. Επιπλέον, σύμφωνα με το Ρ.Ο., το σύνθημα «Έξω ο Ντουάλντε και το ΔΝΤ Εμπρός για μια Συντακτική Συνέλευση» είναι το μοναδικό που θέτει με το σωστό τρόπο το ζήτημα της εξουσίας στην παρούσα φάση της επαναστατικής διαδικασίας. Οτιδήποτε άλλο, υποστηρίζει το Ρ.Ο., είναι απλές νουθεσίες και κραυγές προπαγάνδας προς το μαζικό κίνημα.

Άλλες μικρότερες οργανώσεις, που κάνουν κριτική ενάντια στη στρατηγική του Ρ.Ο., προέρχονται, όπως και το Ρ.Ο., από την πολυδιάσπαση του κάποτε ισχυρού Movimiento al Socialismo (ΜΑS), η οποία έγινε με αφορμή τις εξελίξεις στη δεκαετία του 1990. Για το FOS και όσους παραμένουν στο ΜΑS, το κάλεσμα του Ρ.Ο. για μια Συντακτική Συνέλευση ενέχει το ρίσκο να ενθαρρυνθεί η αυταπάτη ότι η μεταρρύθμιση του υπαρκτού κράτους μπορεί να προσφέρει μια λύση στην κρίση. Υπό αυτό το πρίσμα, το σύνθημα αυτό από τη μια εμποδίζει την ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης και από την άλλη αποτυγχάνει να αναγνωρίσει το πιο σημαντικό καθήκον που αντιμετωπίζουν οι επαναστάτες σοσιαλιστές στην παρούσα στιγμή.

Το καθήκον, υπέρ του οποίου επιχειρηματολογούν και σωστά οι αντίπαλοι του Ρ.Ο., είναι η ενίσχυση της δύναμης και της αυτονομίας των λαϊκών συνελεύσεων. Όπως σχολίαζε ένας από τους ηγέτες του FΟS:

«Είναι πολύ σημαντικό οι λαϊκές συνελεύσεις να αρχίσουν να αναλαμβάνουν το καθήκον της ενοποίησης με άλλους τομείς και της εξάσκησης της εξουσίας τους. Για παράδειγμα, όταν οι εταιρίες θέλουν να διακόψουν την παροχή ηλεκτρικού, γκαζιού κ.λπ., τότε το κίνημα θα πρέπει να επεμβαίνει και να πηγαίνει να επανασυνδέει τις παροχές. Πρέπει επίσης να ανακαλύπτει τις αποθήκες όπου τα μεγάλα σούπερ μάρκετ κρύβουν τα τρόφιμα που δεν θέλουν να πουλήσουν…

Η κύρια δουλειά μας στρέφεται γύρω από την ανάπτυξη των λαϊκών συνελεύσεων και όλων των λαϊκών θεσμών και τη μετατροπή τους σε δημοκρατικά όργανα αυτοδιάθεσης για την εργατική τάξη. Γι’ αυτόν το λόγο θέλουμε να αναλάβουν συγκεκριμένα καθήκοντα και να προσπαθήσουν να ενσωματώσουν τη βιομηχανική εργατική τάξη σε αυτούς τους νέους θεσμούς.

Ο στόχος μας είναι οι βιομηχανικοί εργάτες και οι παραδοσιακές τους οργανώσεις να γίνουν μέρος των λαϊκών συνελεύσεων…

Πρέπει να τους συντονίσουμε όλους μεταξύ τους: τους πικετέρος, τις λαϊκές συνελεύσεις και τα εργατικά συνδικάτα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι σοσιαλιστές θα συνδράμουν στην οικοδόμηση ενός επαναστατικού κόμματος καλώντας σε ενότητα ανάμεσα στα αριστερά κόμματα και τις τάσεις του ταξικού αγώνα, σε ένα ενιαίο μέτωπο, ως ένα βήμα προς την κατεύθυνση του χτισίματος επαναστατικής ηγεσίας».

Η συντροφική δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στην αργεντίνικη επαναστατική Αριστερά γύρω από τη στρατηγική και την τακτική είναι ένα υγιές φαινόμενο. Σηματοδοτεί το πρώτο βήμα για τη σύμπηξη ενός σφιχτού ενιαίου μετώπου, ικανού να παλέψει για μια σοσιαλιστική διέξοδο από την οικονομική και πολιτική κρίση. Οι αντικειμενικές συνθήκες για μια επανάσταση αυτή τη στιγμή είναι υπαρκτές στην Αργεντινή. Το αν η πάλη για το σοσιαλισμό στεφθεί από επιτυχία ή όχι είναι κάτι που εξαρτάται πλέον από την ανάπτυξη του υποκειμενικού επαναστατικού φορέα: από τη δύναμη των απασχολούμενων και των ανέργων, των βιομηχανικών εργατών και των «χαρτογιακάδων» να αλλάξουν τον κόσμο.

Μετάφραση: Πέτρος Τσαγκάρης


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Mail Επικοινωνίας

aformimisa@gmail.com
Ιουλίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Επισκέψεις

  • 297,259 hits

Αρέσει σε %d bloggers: