25
Ιαν.
10

Μερικά σχόλια πάνω στην ταινία Ένας Προφήτης (Un Prophete) του Jacques Audiard

Είδα αρκετά καθυστερημένα την ταινία Ένας Προφήτης του Jacques Audiard και γι’ αυτό δεν θα έμπαινα στον κόπο να τη σχολιάσω, εάν δεν με παρακινούσαν τα σχόλια και οι κριτικές που διάβασα γι’ αυτή την ταινία στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο. Εκτός από λίγες εξαιρέσεις, το σύνολο των κριτικών, εστιάζουν στις εκφυλιστικές επιδράσεις της φυλακής πάνω στον χαρακτήρα των εγκλείστων και αναλώνονται σε κοινοτοπίες, του τύπου: «όπου κλείνει ένα σχολείο, ανοίγει μία φυλακή», ή ακόμα χειρότερα: «το σωφρονιστικό σύστημα δεν παίζει πια το ρόλο που θα έπρεπε»…

Όμως ο Οντιά δεν έκανε αυτή την ταινία για να καταγγείλει την αναποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού συστήματος, όσο κι αν η υπόθεση της ταινίας έχει τη μορφή του prison drama. Η φυλακή λειτουργεί περισσότερο ως μία σκηνή επί της οποίας συντελείται ένα δράμα και ίσως ακόμα περισσότερο, ως ένα πλαίσιο από το οποίο αντλείται η αλληγορία που βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης. Κι απ’ αυτή την άποψη, το αλληγορικό ισοδύναμο της φυλακής είναι αρκετά ευρύτερο από ο,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, η κοινωνία.

Η ταινία είναι ήδη γνωστή και γι’ αυτό θα παραλείψω περιγραφές της υπόθεσής της, για να μείνω στον προβληματισμό που θέτει ο σκηνοθέτης.


Το έγκλημα

Ο Μαλίκ εξαναγκάζεται από τη συμμορία των Κορσικανών (οι οποίοι ελέγχουν τη φυλακή) να δολοφονήσει έναν άλλο Άραβα, τον Ρεγιέμπ. Δεν πρόκειται για μια απλή περιγραφή της εγκληματικότητας εντός των φυλακών, ή για μια μαθητεία στο έγκλημα, αλλά για μια τελετουργική πράξη, κομβικής σημασίας για τη μεταφυσική της ταινίας. Κατ’ αρχή θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία που συνδέουν τον δολοφόνο και το θύμα του. Το θύμα (ο Ρεγιέμπ), όπως και ο θύτης (ο Μαλίκ) είναι Άραβες. Υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο που τους συνδέει με κάποιον τρόπο, ανεξάρτητα από την πράξη της δολοφονίας, αλλά και σαν εναλλακτική της: πριν καν ζητήσουν οι Κορσικανοί από τον Μαλίκ να δολοφονήσει τον Ρεγιέμπ, αυτός κάνει σεξουαλικές προτάσεις στον Μαλίκ. Μάλιστα ο Μαλίκ πηγαίνει να τον σκοτώσει υποκρινόμενος ότι ανταποκρίνεται σ’ αυτές τις προτάσεις. Για να μπορέσει να αρχίσει την πράξη της δολοφονίας, θα πρέπει να αρχίσει την σεξουαλική πράξη.


Η Ενσωμάτωση

Σκοτώνοντας ο Μαλίκ, διαπράττει κάτι σαν τελετουργικό φόνο. Ενσωματώνει σιγά, σιγά αυτόν που δολοφόνησε. Στο εξής ανάμεσα σ’ αυτόν και το θύμα του υπάρχει μια μυστικιστική σχέση. Δεν είναι το φάντασμα του θύματος που επισκέπτεται τον φονιά με την ένοχη συνείδηση. Ο Ρεγιέμπ κατοικεί μαζί του (σαν ερωτικό ζευγάρι φυλακισμένων, τους βλέπουμε να κοιμούνται μαζί), σαν να ολοκληρώθηκε με τη δολοφονία η ερωτική διαδικασία που βρίσκονταν στην αρχή της πράξης της δολοφονίας. Ο Ρεγιέμπ, το ενσωματωμένο θύμα, γίνεται κάτι σαν μυστικιστικός καθοδηγητής του Μαλίκ και του μεταβιβάζει την προφητική του δύναμη, την οποία ο Μαλίκ δυσκολεύεται αρχικά να αποδεχτεί. Μπορούμε να πούμε ότι γίνεται ο Άγγελός του.

Το στόμα και οι στοματικές λειτουργίες (καταβρόχθιση-κατάποση) παίζουν βασικό ρόλο στη διαδικασία της ενσωμάτωσης: είτε ο στοματικός έρωτας (στον οποίο αρχικά ο Μαλίκ υποκρίνεται ότι ανταποκρίνεται) είτε η δολοφονική δαγκωματιά με το ξυράφι στο στόμα. Η ζωτική ουσία του άλλου (το σπέρμα ή το αίμα) μπορεί να ενσωματωθεί μέσω της κατάποσης.


Η Συνειδητοποίηση και η δύναμη

Ο Μαλίκ κοντά στη συμμορία των Κορσικανών δέχεται τις ρατσιστικές ταπεινώσεις, ενώ ταυτόχρονα οι υπόλοιποι Άραβες τον περιφρονούν. Όμως η συνείδησή του δεν επηρεάζεται από αυτές τις ταπεινώσεις, ο χαρακτήρας του δεν «εκφυλίζεται». Ο στενός φίλος που αποκτάει μέσα στη φυλακή είναι ένας άλλος Άραβας, ο Ριαντ. Παρ’ όλο που ο Λουτσιάνι (ο αρχηγός των Κορσικανών) τον περιβάλλει σιγά-σιγά με την εμπιστοσύνη του, ο Μαλίκ δεν ταυτίζεται με τους Κορσικανούς και τα συμφέροντά τους, προσπαθεί να διατηρήσει την ανεξαρτησία της σκέψης και της δράσης του. Φέρνει σε πέρας τις αποστολές που του αναθέτει ο αρχηγός, αλλά ταυτόχρονα, μαζί με τον Άραβα φίλο του, ασχολείται και με τις δικές του εμπορικές δραστηριότητες (οι οποίες είναι παράνομες, τόσο απέναντι στον νόμο του κράτους, όσο και απέναντι στους άτυπους νόμους των μαφιόζων). Πείθει τον Λουτσιάνι να υποκινήσει μια επίθεση των σωφρονιστικών υπαλλήλων εναντίον της ομάδας των Αράβων, για να τους αναγκάσει να απευθυνθούν στον ίδιο για βοήθεια και έτσι να μπορέσει, όχι μόνο να τον αποδεχτούν, αλλά και να γίνει ο ηγέτης τους εναντίον των Κορσικανών.


Η Κάθαρση και η Δύναμη

Ο Μαλίκ καταφέρνει να ελιχθεί ανάμεσα στις ανταγωνιζόμενες συμμορίες των Γάλλων και των Κορσικανών και να αποκτήσει δύναμη, εκκαθαρίζοντας τες. Δεν πρόκειται για την ανέλιξη ενός νέου αρχηγού στην ηγεσία των κυκλωμάτων του εγκλήματος. Το λουτρό αίματος που προκαλεί ο ίδιος έχει επίσης κάτι το τελετουργικό. Είναι μία κάθαρση απ’ την οποία προκύπτει κάτι καινούριο. Για την ακρίβεια, ο Μαλίκ δεν εξολοθρεύει ο ίδιος τους αντιπάλους του. Αυτό που κάνει είναι να αποκαλύψει τον ένα στα μάτια του άλλου και να τους αφήσει να έρθουν μόνοι τους αντιμέτωποι με τη βία που οι ίδιοι διαμόρφωσαν.


Η Εξουσία

Ο Μαλίκ αναδεικνύεται σε ηγέτη των Αράβων, οι οποίοι αρχικά τον περιφρονούσαν. Στην πραγματικότητα τους αναγκάζει να τον αποδεχτούν ως αρχηγό (μαλίκ στα Αραβικά σημαίνει βασιλιάς), προκειμένου να επιβιώσουν ανάμεσα στις διάφορες συμμορίες που τους απειλούν. Χωρίς αυτόν οι Άραβες ήταν μια ομάδα, η οποία αν και συνεχώς αυξάνονταν δεν κατάφερνε να αποκτήσει συνείδηση της δύναμής της. Ο Μαλίκ είναι αυτή η συνείδηση. Μπόρεσε να παίξει αυτόν τον ρόλο, ακριβώς επειδή δεν ήταν απόλυτα ταυτισμένος μαζί τους, επειδή μπορούσε να τους παρατηρεί από το οπτικό πεδίο των αντιπάλων τους, αλλά και επειδή μπόρεσε να γνωρίσει τους άλλους από μέσα. Για τους Άραβες ο Μαλίκ αποτελεί την συνείδηση της εξωτερικής και εσωτερικής ετερότητας. Η συνείδηση αυτής της ετερότητας είναι που συγκροτεί την ταυτότητα που ενοποιεί τους Άραβες.


Η φυλακή

Οι ομοιότητες της ταινίας του Οντιά με άλλες ταινίες που έχουν σαν θέμα τη ζωή των φυλακών (καταδίκη της απανθρωπιάς ή/και της αναποτελεσματικότητας του σωφρονιστικού συστήματος) είναι μάλλον επιφανειακές. Ο Οντιά χρησιμοποιεί ένα μοτίβο κοινό σε πολλές ταινίες, όμως η σημασιοδότησή του διαφέρει ριζικά.

Όμως είναι εντυπωσιακές κάποιες ομοιότητες της ταινίας του Οντιά με το μυθιστόρημα του Ζαν Ζενέ, Το θαύμα του ρόδου. Μια σειρά από μοτίβα που αναπτύσσει ο Ζενέ, εμφανίζονται στην ταινία. Ο Οντιά σχεδόν εικονογραφεί κάποιες σκηνές από το Το θαύμα του ρόδου. Η δολοφονία του Ρεγιέμπ για παράδειγμα έχει πολλές ομοιότητες με την δολοφονία ενός φύλακα από τον Αρκαμόν, στο μυθιστόρημα του Ζενέ. Στο θαύμα του ρόδου, το πειθαρχείο της φυλακής («μπαλαούρο») περιγράφεται με θρησκευτικούς όρους. Είναι ο χώρος εξαγνισμού. «Στο εσωτερικό όμως της φυλακής, μέσα στην καρδιά της υπάρχει το μπαλαούρο και το πειθαρχείο, απ’ όπου βγαίνεις εξαγνισμένος» (Ζαν Ζενέ, Το θαύμα του ρόδου, εκδόσεις Άκμων σελ. 41). Θα δούμε, ότι και στην ταινία του Οντιά, η απομόνωση είναι ένας χώρος εξαγνισμού.

Στον Ζαν Ζενέ το έγκλημα είναι μια τελετουργία με την οποία ο δολοφόνος προσεγγίζει μια μεταφυσική εμπειρία. Η σεξουαλικότητα (συγκεκριμένα η ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητα της φυλακής) και το έγκλημα (και κυρίως ο φόνος) αποτελούν πράξεις/εμπειρίες ισοδύναμες και εναλλακτικές.

Αυτό όμως που κυρίως συμβαίνει στο μυθιστόρημα του Ζενέ είναι ότι η φυλακή αποτελεί ένα πεδίο επί του οποίου η βία, η ανομία και η αμαρτία διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να προσεγγιστεί μία μεταφυσική διάσταση της ελευθερίας. Η φυλακή είναι ο βέβηλος χώρος στον οποίο κερδίζεται ένα είδος αγιοσύνης, αντίθετα στους ανθρώπινους και θεϊκούς νόμους.

«…[η] αγιοσύνη σε σχέση με την εκτόπιση… Η ζωή που κάνω προϋποθέτει την εγκατάλειψη των επίγειων αγαθών, κι αυτός είναι ένας όρος που απαιτεί απ’ τους αγίους της η Εκκλησία καθώς και όλες οι Εκκλησίες. Ύστερα ανοίγεται, παραβιάζεται μια πόρτα που βγάζει στο θαυμαστό. Τέλος, η αγιοσύνη αναγνωρίζεται και από τούτο δω: οδηγεί στον Ουρανό μέσα από το δρόμο της αμαρτίας.» (Ζαν Ζενέ, ο.π., σελ. 49).

«Κι αυτή είναι στην κυριολεξία η αγιοσύνη, που θα πει να ζεις σύμφωνα με τον Ουρανό παρά το θέλημα του Θεού». (Ζαν Ζενέ, ο.π.,σελ. 50).


Ένας Προφήτης και Ο Προφήτης

Ο Οντιά δουλεύοντας το σενάριο της ταινίας πάνω στο αρχικό κείμενο του Abdel Raouf Dafri, άλλαξε αρκετά πράγματα, μεταξύ των οποίων και τον τίτλο. Ο τίτλος του Νταφρί ήταν Ο Προφήτης και ο Οντιά το έκανε, Ένας Προφήτης, για να αποφύγει πιθανόν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας από πιστούς μουσουλμάνους, οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να θεωρήσουν προσβλητικές τις αναφορές στον Προφήτη του Ισλάμ. Γιατί η ταινία αποτελεί μια επικαιροποιημένη αναπαράσταση της σημαντικότερης ιστορίας της ισλαμικής παράδοσης, της ιστορίας του Προφήτη Μωάμεθ (Μuhammad στα αραβικά). Τα κυριότερα στιγμιότυπα της ζωής του Μαλίκ παραπέμπουν ευθέως στα κυριότερα γεγονότα της ζωής του Προφήτη.


Μαλίκ και Μuhammad

Σύμφωνα με την ιστορία του Ισλάμ ο Μωάμεθ είχε μείνει ορφανός από πολύ μικρή ηλικία. Ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν τη γέννησή του και η μητέρα του όταν ήταν δύο χρονών. Μεγάλωσε δουλεύοντας κοντά σ’ αυτούς που ανέλαβαν να τον φροντίζουν, κάνοντας μάλιστα ταπεινές εργασίες, για παράδειγμα γιδοβοσκός. Ο ήρωας της ταινίας του Οντιά έχει μείνει κι αυτός ορφανός από πολύ μικρή ηλικία και έχει μεγαλώσει μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Ο Μωάμεθ σύμφωνα με τις αραβικές παραδόσεις δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση, όμως ο μαρξιστής αραβολόγος Ροντινσόν ισχυρίζεται ότι είναι απίθανο να ήταν αγράμματος (Maxime Rodinson, Μωάμεθ, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2006). Ο Οντιά λύνει αυτή τη διαφωνία βάζοντας τον ήρωά του να είναι αρχικά αναλφάβητος και να μαθαίνει γραφή και ανάγνωση μέσα στη φυλακή.

Ο Μωάμεθ, παρόλο που κατάγονταν από ένα σημαντικό γένος και ανήκε σε μία εξίσου σημαντική φυλή, ήταν μάλλον ασήμαντος και ανίσχυρος εξαιτίας της ορφάνιας του και ήταν αναγκασμένος να βρει μόνος του τον τρόπο να επιβιώσει. Όμως μπόρεσε να κατανοήσει και να εκμεταλλευτεί τις μεγάλες αντιπαραθέσεις και τις συγκρούσεις που σπάραζαν στην εποχή του την περιοχή της Χετζάζης (η περιοχή γύρω από τη Μέκκα και τη Μεδίνα): συγκρούσεις μεταξύ Βυζαντινών και Περσών, μεταξύ «ορθοδόξων» χριστιανών και μονοφυσιτών, μεταξύ χριστιανών και Εβραίων, αλλά και μεταξύ των Αράβων των διαφόρων φυλών που συντάσσονταν με τη μία ή την άλλη μεγάλη δύναμη, συγκρούονταν για τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της περιοχής και λήστευε ο ένας τα αγαθά του άλλου. Ο ίδιος ο Μωάμεθ κατέφυγε κάποια στιγμή της ζωής του, πριν αναγνωριστεί ως προφήτης, σε χριστιανικά κράτη για να προστατευτεί (ο ίδιος ή μόνο οι οπαδοί του).

Στη ταινία ο Μαλίκ βρίσκεται υπό την προστασία των Κορσικανών και αργότερα καταφέρνει να ελιχθεί μεταξύ των συγκρουόμενων συμμοριών και να εκμεταλλευτεί τις αντιπαραθέσεις τους (Κορσικανών, Ιταλών και Γάλλων αλλά και μεταξύ αραβικών συμμοριών) και με αυτό τον τρόπο να αποκτήσει δύναμη και εξουσία.

Ο Μωάμεθ μελέτησε τις δύο θρησκείες που κυριαρχούσαν στην περιοχή, τον χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό και άντλησε από αυτές τα στοιχεία εκείνα, που του επέτρεψαν να διαμορφώσει την θρησκευτική του κοσμοθεωρία. Έμαθε τη γλώσσα των ανθρώπων των άλλων θρησκειών, για να κατανοήσει την θρησκευτική τους παράδοση. Αυτό καθιστούσε το θρησκευτικό του μήνυμα ύποπτο για τους σύγχρονους του Άραβες, οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν την επίφαση ανεξαρτησίας, που τους εγγυόταν η διατήρηση της πατροπαράδοτης πολυθεϊστικής θρησκείας, την οποία ο Μωάμεθ επιδίωκε να διαλύσει.

«Κι όμως γνωρίζουμε ότι θα λέγουν: “Είναι ένας άνθρωπος που τον διδάσκει.” Και η γλώσσα όμως αυτού που υποδεικνύουν είναι ξένη, ενώ η γλώσσα (του Κορανίου) είναι Αραβική αγνή και καθαρή» (Κοράνιο, 16, 103).

«Και είπαν εκείνοι που αρνήθηκαν: “Τίποτα δεν είναι τούτο παρά ένα ψέμα – που το είχε επινοήσει ο ίδιος και που κι άλλος λαός τον βοήθησε σ’ αυτό…”» (Κοράνιο, 25, 4).

«Και είπαν: “Διηγήματα των αρχαίων, που τα έγραψε (ο Μουχάμεντ) καθ’ υπαγόρευση σ’ αυτόν…”» (Κοράνιο, 25, 4).

Ο Μαλίκ σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μπόρεσε να μάθει γραφή και ανάγνωση, να συνεχίσει τις σπουδές του και μάλιστα, όπως λέει ο φίλος του Ρίαντ, να αποκτήσει μία εντυπωσιακή ικανότητα να γράφει. Όμως μαθαίνει και τη γλώσσα των Κορσικανών και μάλιστα χωρίς οι ίδιοι να το καταλάβουν. Διδάσκεται λοιπόν από τους ξένους, μαθαίνει τη γλώσσα τους για να μπορέσει να γνωρίσει τη σκέψη τους και να αντλήσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα του επέτρεπαν να συγκροτήσει έναν δικό του τρόπο σκέψης. Αυτή η σκέψη, που συγκροτείται από στοιχεία μιας άλλης γλώσσας είναι πολύ περισσότερο αραβική από τη σκέψη των Αράβων της φυλακής γιατί αυτή η σκέψη μπορεί να τους ενώσει και να τους δώσει δύναμη.

Σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση ο Μωάμεθ αναζητώντας απαντήσεις στα μεταφυσικά ερωτήματα που του γεννήθηκαν μελετώντας τις άλλες θρησκείες, συνήθιζε να αποσύρεται για πολλές μέρες σε μία σπηλιά στο όρος Χίρα, να στοχάζεται και να προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον Θεό που αναγνώριζαν οι δύο μεγάλες θρησκείες της περιοχής. Εκεί κάποτε του παρουσιάστηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ (Τζιμπρήλ ή Σιράφιλ στα Αραβικά), ο οποίος του μεταβίβασε τον θεϊκό λόγο και την εντολή να γίνει ο Προφήτης του Θεού:

«‘‘Απάγγειλε!’’ Εγώ του αποκρίθηκα: ‘‘Τι να απαγγείλω;’’ Εκείνος με άρπαξε και με βασάνισε τρεις φορές, ώσπου οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν. Τότε μου είπε ‘‘Απάγγειλε στο όνομα του Κυρίου που σε έπλασε..’’» (Maxime Rodinson, ο.π., σελ. 85). Και επίσης: «δεν μου έγινε ποτέ κάποια αποκάλυψη, χωρίς να έχω την αίσθηση πως μου ξεριζώνουν την ψυχή» (Maxime Rodinson, ο.π., σελ. 87).

Το στοιχείο του θείου καταλαμβάνει τον πιστό βίαια και εισχωρεί μέσα του. Πρόκειται για μια εμπειρία, την οποία η Κάρεν Άρμστρονγκ παρομοιάζει με ένα είδος βιασμού, παραπέμποντας στην αντίστοιχη εμπειρία του προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη (Κάρεν Άρμστρονγκ, Μωάμεθ. Μια δυτική απόπειρα κατανόησης του Ισλάμ, Φιλίστωρ 2003, σελ. 132):

«Ηπάτησας με, Κύριε, και ηπατήθην, εκράτησας και ηδυνάσθης· εγενόμην εις γέλωτα, πασαν ημέραν διετέλεσα μυκτηριζόμενος· ότι πικρω λογω μου γελάσομαι, αθεσίαν και ταλαιπωρίαν επικαλέσομαι, ότι εγενήθη λόγος Κυρίου εις ονειδισμόν εμοί και εις χλευασμόν πασαν ημέραν μου.» (Παλαιά Διαθήκη, Ιερεμίας 20, 7,8).

Από αυτή τη συνάντηση του Μωάμεθ με τον Τζιμπρήλ άρχισε να διαμορφώνεται το Κοράνι. Αρχικά σαν απαγγελία όσων ο Τζιμπρήλ μετέδωσε στον νέο Προφήτη. Η λέξη Κοράνι (Αλ Κουράν στα Αραβικά) προέρχεται από το αραβικό ρήμα κουρά’ που σημαίνει απαγγέλλω, διαβάζω φωναχτά.

Η νύχτα εκείνη που πρωτοπαρουσιάστηκε στον Μωάμεθ ο Τζιμπρήλ, λέγεται η Νύχτα του Πεπρωμένου, ή η Νύχτα της Εξουσίας (λάιλατ αλ καντρ).

Η περίοδος διαμόρφωσης του Κορανίου διήρκησε 20 περίπου χρόνια, κατά τα οποία ο Τζιμπρήλ συνέχισε να παρουσιάζεται στον Μωάμεθ. Όταν ο Μωάμεθ ένιωθε την ανάγκη να επικοινωνήσει με τον Θεό, συνήθιζε να σκεπάζεται με τον μανδύα του και να καλεί τον Τζιμπρήλ:

«Ω! Εσύ, ο σκεπασμένος (με τον μανδύα σου), σήκω και κήρυξε την προειδοποίησή σου!»(Κοράνι, 74, 1,2).

Η κάλυψη με τον μανδύα ή απλώς με τις κουβέρτες, συνδέεται την μεταφυσική εμπειρία της συνάντησης. Σύμφωνα με την παράδοση, ο ίδιος ο Προφήτης περιγράφει πώς αισθάνθηκε μετά την πρώτη συνάντηση με τον Άγγελο:

«Είμουν όρθιος, αλλά έπεσα στα γόνατά μου κι ύστερα σύρθηκα στο έδαφος ενώ ψηλά το στήθος μου έτρεμε. Πήγα στην Χαντίτζα» (η πρώτη γυναίκα του Μωάμεθ) «και της είπα: “Σκέπασέ με! Σκέπασέ με! ώσπου πέρασε ο τρόμος μου» (Maxime Rodinson, ο.π., σελ. 82).

Ο Μαλίκ της ταινίας του Οντιά έχει κι αυτός μια μεταφυσική εμπειρία συνάντησης με ένα πλάσμα που δεν ανήκει στον κόσμο των ανθρώπων, το φάντασμα του Ρεγιέμπ. Από όλες τις απόψεις, το φάντασμα είναι το κνηματογραφικό αντίστοιχο του Τζιμπρήλ. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η πρώτη εμπειρία αυτής της συνάντησης, είναι βίαιη με έντονο το σεξουαλικό στοιχείο. Βλέπουμε στην αρχή τον Μαλίκ να κοιμάται στην αγκαλιά του φαντάσματος του Ρεγιέμπ και στη συνέχεια, σε μία σκηνή που δεν είναι σαφές αν περιγράφει όνειρο ή όραμα, δύο γυμνά σώματα να παλεύουν με εξαιρετική βιαιότητα. Στο τέλος το φάντασμα-Άγγελος κάθεται απέναντι από τον Μαλίκ τείνοντάς του κάτι, από το οποίο βγαίνει μία φλόγα, σαν να είναι κερί. Η σκηνή παραπέμπει σε μία κλασσική εικόνα από τη συνάντηση του Μωάμεθ με τον Τζιμπρίλ, η οποία αναπαράγεται σε πάρα πολλές μικρογραφίες μουσουλμανικών χειρόγραφων βιβλίων: ο Τζιμπρήλ τείνει το χέρι προς τον Μωάμεθ, καθώς του μεταβιβάζει το θεϊκό μήνυμα. Αλλά στις μουσουλμανικές μικρογραφίες, είναι ο Μωάμεθ απ’ του οποίου το κεφάλι (ή αλλού από ολόκληρο το σώμα) βγαίνει η φλόγα της θείας γνώσης. Στη ταινία, σε κάποια άλλη σκηνή της συνάντησης του Μαλίκ με τον Άγγελο-Φάντασμα, βλέπουμε ολόκληρη την πλάτη του Άγγελου να βγάζει μια γαλάζια φλόγα, η οποία εντούτοις δεν τον καίει. Η φλόγα της θεϊκής γνώσης η οποία ωστόσο δεν καίει, μας είναι γνωστή και από την ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση (απ’ όπου πέρασε και στην χριστιανική). Είναι η φλόγα της καιομένης βάτου, όταν ο Μωυσής είχε μια αντίστοιχη εμπειρία συνάντησης με τον Θεό, ο οποίος του ανάθεσε το καθήκον του Προφήτη-λυτρωτή του λαού του.

Οι συναντήσεις του Μαλίκ με τον Άγγελο που τον διαπλάθει σαν Προφήτη, παρουσιάζουν αρκετές αναλογίες με την ισλαμική παράδοση. Οι συναντήσεις γίνονται σε συνθήκες απομόνωσης και στα ψηλά (απ’ όπου ο Μαλίκ παρακολουθεί τη ζωή στην αυλή της φυλακής της οποίας τα στιγμιότυπα ο Άγγελος περιγράφει πριν συμβούν, ως μία επίδειξη της προφητικής ικανότητας για να πειστεί ο Μαλίκ και να την αποδεχτεί, ή ως μία σκηνή μαθητείας). Ο Οντιά μάλιστα επινοεί μία σκηνή με την οποία επιχειρεί να καταστήσει σαφή την αναλογία με την παράδοση του Ισλάμ: το φάντασμα αφηγείται στον Μαλίκ τη σκηνή της συνάντησης του Προφήτη με τον Τζιμπρίλ και απαγγέλλει την αντίστοιχη Σούρα (κεφάλαιο) του Κορανίου:

«Απήγγειλε με το όνομα του Κυρίου σου που σε δημιούργησε. Έπλασε τον άνθρωπο από ένα θρόμβο πηκτού αίματος. Απήγγειλε!» (Κοράνι, 96, 1-5) Η επόμενη ενότητα της ταινίας φέρει τον τίτλο (και μάλιστα και στα Αραβικά): «Απάγγειλε».

Λίγο πριν το τέλος της ταινίας, όταν ο Μαλίκ μπαίνει στην απομόνωση για να μην μπλεχτεί στην σύγκρουση μεταξύ των δύο κυκλωμάτων, προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον Άγγελό του, με τον τρόπο ακριβώς που περιγράφει και η ισλαμική παράδοση τις σκηνές που συνδέονται με την επικοινωνία με το θείο. Τον καλεί («είσαι εκεί;») και μετά σκεπάζεται με μία κουβέρτα. Η απομόνωση είναι επίσης ένας τρόπος καθαρμού και προετοιμασίας γι’ αυτή την επικοινωνία. Η απομόνωση για 40 ημέρες όμως δεν παραπέμπει μόνο στην απομόνωση του Μωάμεθ στο σπήλαιο στο όρος Χίρα (που πραγματοποιούσε ο Προφήτης στην αρχή της δράσης του) αλλά και στην Χριστιανική θρησκευτική παράδοση: ο Ιησούς απομονώνεται για 40 μέρες, για να μπορέσει να επικοινωνήσει με τον Θεό και να εξιχνιάσει τη βούλησή του (στην ισλαμική παράδοση δεν προσδιορίζεται πόσο διαρκούν οι μέρες απομόνωσης, την οποία ο Προφήτης πραγματοποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα). Μάλιστα ένα επιπλέον στοιχείο ενισχύει αυτή τη σύγκριση. Για τον Ιησού η απομόνωση συμβαίνει στο τέλος της δράσης του μεταξύ των ανθρώπων, όπως συμβαίνει και με τον Μαλίκ.

Ο Μαλίκ στην απομόνωση δεν συναντά τον Άγγελό του και αυτό σημαίνει ότι πια δεν τον χρειάζεται. Έχει ολοκληρωθεί η επένδυσή του με την προφητική ικανότητα, ο Άγγελος έχει ολοκληρώσει τον σκοπό του μεταβιβάζοντας την δύναμή του στον Μαλίκ. Τώρα πια ο Μαλίκ μπορεί να δράσει μόνος του έχοντας αποκτήσει το χάρισμα για το οποίο είχε από την αρχή κληθεί. Έτσι επανερχόμενοι στην αρχή της ταινίας, μπορούμε να ερμηνεύσουμε, τόσο την σεξουαλική πρόταση του Αγγέλου, όσο και την επιλογή του Μαλίκ από την ομάδα των Κορσικανών, ως μία επιλογή και ταυτόχρονα κάλεσμα για να παίξει έναν ρόλο που υπερβαίνει τις συγκεκριμένες πράξεις. Ο Μαλίκ είναι από την αρχή ο Εκλεκτός, με τον τρόπο που και ο Μωάμεθ ήταν ο Εκλεκτός, ήδη από την εποχή που ήταν παιδί.

Οι ομοιότητες της ιστορίας που αφηγείται ο Οντιά με την ιστορία του Μωάμεθ είναι πολλές. Ο Μαλίκ στο τέλος παντρεύεται (όπως υπονοείται πολλές φορές στην ταινία) μία χήρα (τη γυναίκα του φύλου του ο οποίος πεθαίνει). Η πρώτη γυναίκα του Προφήτη Μωάμεθ ήταν επίσης μία χήρα, η Χαντίτζα.

Η Μετοικεσία (στα Αραβικά Χίτζρα, αποδίδεται ως Εγίρα) που πραγματοποιεί ο Μωάμεθ, νομίζω ότι αντιστοιχεί στο ταξίδι του Μαλίκ στη Μασσαλία.

Ο Μωάμεθ μετά την εγκατάστασή του στη Μεδίνα, καταφέρνει να προσεταιριστεί διάφορες αραβικές φυλές και να συμμαχήσει μαζί τους εναντίον των αντιπάλων του, τους οποίους διασπά, εξοντώνει ή τους εξαναγκάζει να τον αποδεχτούν ως απεσταλμένο του Θεού. Ο Μαλίκ όπως και ο Μωάμεθ ενώνει με βίαιο τρόπο τους Άραβες, και αυτή η βία στρέφεται τόσο εναντίον των μη Αράβων εχθρών, όσο όμως και εναντίον των Αράβων αντιπάλων του. Ο ίδιος ο Μαλίκ δεν επιτίθεται άμεσα εναντίον τους. Αυτό που κάνει είναι να καταστήσει διαφανή (να αποκαλύψει) την υπόγεια εχθρότητα και το μίσος που υπάρχουν μεταξύ τους, αφήνοντάς τους να οδηγηθούν σε μία άγρια αλληλοεξόντωση:

«Τον καθένα τους αρπάξαμε σύμφωνα με τα παραπτώματά του […] Και δεν ήταν ο Αλλάχ που ήθελε να τους αδικήσει αλλά αυτοί οι ίδιοι ήταν (που τυραννιόνταν) αδικώντας τον εαυτό τους» (Κοράνιο 29, 40).

Στο τέλος ο Μαλίκ γίνεται αποδεκτός από τους Άραβες, αφού καταφέρνει να αποκτήσει σχέσεις με το τζαμί και τον ιμάμη. Μόνο έτσι οι άλλοι Άραβες δέχονται να έρθουν σε διαπραγματεύσεις μαζί του και επί της ουσίας να του παραχωρήσουν την εξουσία. Ο Μωάμεθ είχε αναγκάσει τους ηγέτες των αραβικών φυλών της Μέκκας, να επιτρέψουν σε αυτόν και τους οπαδούς του, το ετήσιο προσκύνημα στον ιερό τόπο. Με αυτή τη συμφωνία ο Μωάμεθ μπήκε στη Μέκκα ως ηγέτης όλων των Αραβικών φυλών.

Η παράθεση των αντιστοιχιών θα μπορούσε να συνεχιστεί…


Η φυλακή ως Τζαχιλίγια

Μπορούμε τώρα να καταλάβουμε το ρόλο που παίζει η φυλακή στην ταινία του Οντιά. Σύμφωνα με την μουσουλμανική θρησκευτική παράδοση, η εποχή που προηγήθηκε της πίστης του Ισλάμ, ονομάζεται Τζαχιλίγια, που σημαίνει περίοδος άγνοιας. Ήταν μία εποχή κατά την οποία οι Άραβες ζούσαν μέσα στην άγνοια για τον Θεό και κατ’ επέκταση μέσα στην αμαρτία αλλά και την αδυναμία και τη δυστυχία. Τους περιφρονούσαν και τους ταπείνωναν και αυτοί ήταν ανίκανοι να αντιδράσουν. Αλληλοσπαράζονταν στην υπηρεσία του ενός ή του άλλου ισχυρού της εποχής. Η αποδοχή της ισλαμικής πίστης τους απελευθέρωσε απ’ αυτή την κατάσταση, τους συγκρότησε σε συλλογικότητα και τους έδωσε τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τους αντιπάλους τους. Η φυλακή είναι η αλληγορία αυτής ακριβώς της κατάστασης, της Τζαχιλίγια. Γι’ αυτό και στην ταινία του Οντιά, οι φύλακες δεν είναι αυτοί που πρωταγωνιστούν στην καταπίεση και στην υποταγή των φυλακισμένων. Οι φύλακες έχουν μάλλον επικουρικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία, καθώς τα δεσμά της ανελευθερίας συγκροτούνται άμεσα από το δίκτυο των σχέσεων που αναπτύσσουν οι φυλακισμένοι, από την άγνοια της δικής τους δύναμης και της δύναμης των άλλων. Η φυλακή του Οντιά είναι μια κατάσταση άγνοιας. Δεν ισχύει όμως το αντίστροφο, δηλαδή η Τζαχιλίγια δεν είναι η φυλακή. Γιατί κατ’ αρχήν η Τζαχιλίγια δεν προσδιορίζεται χωρικά αλλά χρονικά. Είναι μία περίοδος και όχι ένας τόπος. Είναι μία εποχή στο τέλος της οποίας προδιαγράφεται μία λύτρωση. Ή πιο σωστά: η Τζαχιλίγια μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από την λύτρωση που ορίζει το τέλος της. Ο Μαλίκ ως Προφήτης, σηματοδοτεί την έλευση αυτής της εποχής λύτρωσης.

Γιατί ο προφήτης δεν είναι μόνον αυτός που έχει την ικανότητα να γνωρίζει το μέλλον. Ο Μαλίκ έχει αποκτήσει αυτή την ικανότητα, όπως την είχαν και διάφοροι μάντεις της εποχής του Μωάμεθ, οι χακίν, από την παράδοση των οποίων διαφοροποιήθηκε ο Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ δεν ήταν ένας χακίν, αλλά ένας Προφήτης γιατί είχε μια ικανότητα που δεν την είχαν οι υπόλοιποι: να προβλέπει την έλευση και τον τρόπο της λύτρωσης. Τον ίδιο ρόλο παίζουν και οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά όμως εκεί πρόκειται για πολλούς προφήτες. Ο (ένας) Προφήτης είναι αυτός ο οποίος πραγματοποιεί τη λύτρωση που προφητεύει. Αυτός που συγκροτεί τους καταπιεσμένους σε υποκείμενα διεκδίκησης της λύτρωσής τους. Στη ταινία αυτόν το ρόλο παίζει ο Μαλίκ.


Νόμος και Νάμους

Ο Μαξίμ Ροντενσόν παραθέτει μία ιστορία από τη ζωή του Μωάμεθ: Μετά την πρώτη επαφή που είχε με τον Τζιμπρήλ και αδυνατώντας να καταλάβει εάν το πλάσμα που συνάντησε ήταν άγγελος ή δαίμονας, απευθύνθηκε ύστερα από τη συμβουλή της γυναίκας του Χαντίτζα, στον θείο της, ο οποίος ήταν σοφός άνθρωπος και γνώριζε τα ιερά κείμενα των Ιουδαίων και των Χριστιανών. Αυτός του είπε: «είναι το νάμους, το οποίο αποκαλύφθηκε στον Μωυσή…» και του είπε ακόμα, «θα σε διώξει ο λαός σου», επειδή «κανείς δεν έφερε ποτέ αυτό που φέρνεις εσύ, χωρίς να δημιουργήσει εχθρότητα» (Maxime Rodinson, Μωάμεθ, ο.π., σελ. 86). Σύμφωνα με τον Ροντενσόν, πρόκειται για τον ελληνικό Νόμο, που υιοθετήθηκε από τα Αραμαϊκά. Έτσι αποκαλούσαν οι Ιουδαίοι την Τορά και την Πεντάτευχο που αποκάλυψε ο Θεός στον Μωυσή.

Η ιστορία αυτή μας λέει δύο πράγματα: το ένα είναι ότι υπάρχει ένας νόμος θεϊκός, που αποκαλύπτεται και υπερβαίνει τους υπάρχοντες νόμους. Το δεύτερο που μας λέει είναι ότι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, αυτός που φέρνει το νόμο, προκαλεί την εχθρότητα των υπολοίπων, εκδιώκεται, είναι/και γίνεται απόβλητος.

Ο Μωάμεθ εκδιώχθηκε, αλλά ήταν και απόβλητος πριν εκδιωχθεί (δεν ανήκε σε ισχυρή οικογένεια). Γνώρισε την εχθρότητα επειδή έφερε έναν νόμο, που καταργούσε τους υπάρχοντες νόμους οι οποίοι καθήλωναν τους ανθρώπους στην άγνοια και τη δυστυχία. Πρόκειται για μία βία που δεν πηγάζει από τους ισχύοντες νόμους δεν λογοδοτεί σε αυτούς και δεν επιχειρεί να τους βελτιώσει, αλλά τους ανατρέπει με μία βίαιη χειρονομία. Δεν μπορούμε να μην σκεφτούμε τη θεϊκή βία του Βάλτερ Μπένγιαμιν, η οποία δεν σχετίζεται με (και δεν απορρέει από) κανένα νομικό σύστημα, αλλά καταργεί τα νομικά συστήματα. Αυτή η βία, η οποία (όπως εξηγεί ο Μπένγιαμιν) δεν λογοδοτεί σε κανένα νόμο, είναι η επαναστατική βία. Είναι η βία των καταπιεσμένων, δηλαδή εκείνων οι οποίοι δεν έχουν καμία πρόσβαση στους νόμους που συγκροτούν την καταπίεσή τους (ή διαφορετικά διατυπωμένο σύμφωνα και με τον Κάφκα: εκείνων των οποίων η ίδια τους η αδυναμία πρόσβασης στο νόμο παράγει και αναπαράγει τον νόμο). Ο ίδιος ο Μπένγιαμιν (και ο Κάφκα) συνέδεσε τη λύτρωση από μια μακρά περίοδο καταπίεσης, με την έλευση του Μεσσία, δηλαδή αυτού του οποίου ο ερχομός έχει ήδη προδιαγραφεί και ορίζει αναδρομικά ολόκληρη την εποχή της αναμονής του. Και ο Μεσσίας είναι εκείνος ο οποίος ανατρέπει όλους τους νόμους για να κυριαρχήσει ο θεϊκός Νόμος. Κατά την έλευσή του οι νόμοι παύουν να έχουν ισχύ. Ο Μεσσίας λοιπόν ταυτίζεται με αυτούς που απελευθερώνει η έλευσή του. Οι καταπιεσμένοι και οι απόβλητοι από το νόμο, ταυτίζονται με αυτούς που προκαλούν εχθρότητα επειδή φέρνουν το Νόμο της θεϊκής βίας.

Η μεσσιανική χειρονομία της βίαιης ανατροπής κάθε νομικού συστήματος, επεκτείνεται και στο επίπεδο των θρησκευτικών κανόνων και διαφοροποιεί τους προφήτες από τον Προφήτη-Μεσσία. Οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης επιχειρούν να επαναφέρουν το πλήθος στην τήρηση των θρησκευτικών κανόνων από τους οποίους έχει απομακρυνθεί. Αυτοί οι ίδιοι αποτελούν το παράδειγμα της υποταγής στους θρησκευτικούς κανόνες. Αντίθετα ο αναμενόμενος Μεσσίας της Παλαιάς Διαθήκης θα ακυρώσει όλους τους υπάρχοντες νόμους. Ο Ιησούς με έναν ιδιόμορφο τρόπο αμφισβήτησε τους Ιουδαϊκούς νόμους. Ο Μωάμεθ επίσης αμφισβήτησε και ακύρωσε όλους τους θρησκευτικούς κανόνες, που ίσχυαν μέχρι την εποχή του.

Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε και το ρόλο της βίας και της παραβατικότητας που χαρακτηρίζουν τις πράξεις του Μαλίκ. Σε μία σκηνή της ταινίας ο Λουτσιάνι θυμωμένος με τον Μαλίκ, του τραυματίζει το πρόσωπο με το κουτάλι λέγοντάς του, «[νομίζεις πως] εσύ φτιάχνεις το νόμο;» Ο Μαλίκ λοιπόν ανατρέπει τον νόμο φέρνοντας ένα νέο νόμο, που πηγάζει και ανταποκρίνεται μόνο στην βιαιότητα της χειρονομίας του. Γι’ αυτό και οι (παράνομες με την συμβατική σημασία της λέξης) ενέργειές του δεν στιγματίζουν την ηθική του υπόσταση και την αποστολή την οποία έχει κληθεί να διαδραματίσει. Δεν υπάρχει πια νόμος με βάση τον οποίο οι πράξεις του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παράνομες και ανήθικες, γιατί ο Προφήτης φέρνει τον νόμο της θεϊκής βίας που καταργεί όλους τους νόμους. Η βία του Μαλίκ είναι λοιπόν λυτρωτική.

Παρόμοια στάση κρατάει και απέναντι στους θρησκευτικούς κανόνες. Δεν τηρεί τις διατροφικές απαγορεύσεις που επιβάλλει το Ισλάμ, δεν προσεύχεται μαζί με τους υπόλοιπους μουσουλμάνους, ο τρόπος ζωής του και η σκέψη του δεν επικαθορίζονται από καμία θρησκευτικότητα.

Ο Μαλίκ είναι λοιπόν μια σύγχρονη εκδοχή του Προφήτη που ενώνει τους καταπιεσμένους στην προοπτική μιας μεσσιανικής λύτρωσης, όπως είχε κάνει και ο Μωάμεθ ενώνοντας τους Άραβες με μία ενιαία πίστη και γλώσσα, ενάντια στους εχθρούς τους.

Ο Οντιά μοιάζει να θέλει να μας πει, ότι η ελπίδα της λύτρωσης μπορεί να γεννηθεί στο πιο απορριμμένο κομμάτι του σύγχρονου κόσμου, στους μετανάστες και από κει να εξαπλωθεί με μία βίαιη κίνηση σε ολόκληρη την κοινωνία. Επηρεασμένος από το Μίσος του Ματιέ Κασεβίτς (με τον οποίο στο παρελθόν είχε συνεργαστεί), θέλησε να κάνει μια ταινία στην οποία να αποτυπώνεται μια θετική προσέγγιση των βίαιων και έκνομων αντιδράσεων της φτωχής νεολαίας των μεταναστών. Μια ταινία με την οποία να επιχειρήσει να αναδείξει θετικές προοπτικές στα βίαια ξεσπάσματα, όπως ήταν η εξέγερση της νεολαίας των Γαλλικών Προαστίων. Εξάλλου και ο ίδιος ο Κασεβίτς γύρισε το Μίσος για έναν παρόμοιο λόγο, ύστερα από τα βίαια ξεσπάσματα που σημειώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Σε αυτή την οπτική η θρησκευτική πίστη παίζει έναν κομβικό ρόλο. Δεν νομίζω ότι έχει να κάνει με την αισθητική καταγραφή μιας ισλαμοποίησης της αραβικής νεολαίας στη Γαλλία (δεν πιστεύω καν ότι υφίσταται ένα τέτοιο φαινόμενο), αλλά με την προσπάθεια να πει ότι μέσα σε μια κοινωνία απελπισίας, από την οποία καμία διέξοδος και καμία ελπίδα δεν υπάρχει (η εποχή της Τζαχιλίγια), αναγκαστικά η λύτρωση θα έχει τα χαρακτηριστικά της μεσσιανικής εμφάνισης. Δηλαδή θα έλθει απ’ έξω (ή από κάτω, από τα καταπιεσμένα και αποκλεισμένα κοινωνικά στρώματα), από το έξω που ορίζει κάθε φορά τα όρια ενός εντός, ενός εσωτερικού χώρου που τελματώνει στην αδυναμία του να σωθεί.

Και από αυτή την άποψη, θα πρέπει να επανέλθουμε στο θέμα της φυλακής, για να εντοπίσουμε μία άλλη διάσταση στην αλληγορία της, χωρική αυτή τη φορά. Η φυλακή αποτελεί ένα όριο, με βάση το οποίο ορίζεται η κοινωνική κανονικότητα. Αποτελεί τον αρνητικό προσδιορισμό του τι είναι κοινωνικά και νομικά αποδεκτό. Η κοινωνία του νόμου και του κανόνα (της κανονικότητας) έχει ανάγκη τη φυλακή, για να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα όριά της. Άρα με έναν ιδιόμορφο τρόπο η φυλακή αποτελεί κομμάτι αυτής ακριβώς της κοινωνικής κανονικότητας, από την οποία αποβάλλεται. Είναι ο χώρος του ανίερου και του δαιμονικού, ο οποίος προσδιορίζει τα όρια του ανθρώπινου. Και από αυτή την άποψη, απέναντι στο ανθρώπινο δεν διακρίνεται από τον χώρο του ιερού, ο οποίος επίσης αποτελεί ένα όριο. Το δαιμονικό και το ιερό μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτικά ή ταυτόχρονα και αδιαφοροποίητα ένα σύνορο από το οποίο θα προσδιοριστεί αυτό το οποίο είναι (θεωρείται ότι είναι) το κανονικό ανθρώπινο. Αυτός είναι και ο τρόπος που προσεγγίζει τη σχέση της φυλακής με την κοινωνία ο Ζαν Ζενέ, γι’ αυτό και προσδίδει στη φυλακή την αξία και τη σημασία του ιερού τόπου. Έτσι όμως, η διάκριση ιερού και ανίερου χάνει την χρηστικότητά της, καθώς και οι δύο υποστάσεις είναι ταυτοχρόνως το ίδιο εξωτερικές και ενσωματωμένες στο κοινωνικό (κανονικό ανθρώπινο) ως όριο που το προσδιορίζουν. Η φυλακή λοιπόν της ταινίας του Οντιά είναι ένας βέβηλος χώρος, ο μόνος επί του οποίου μπορεί να γεννηθεί το ιερό και η λύτρωση.


Όμως τι γίνεται με τη θρησκεία;

Η θρησκεία λοιπόν παίζει στην ταινία του Οντιά το ρόλο του παραδείγματος από το οποίο αντλείται η αλληγορία. Σ’ αυτό όμως υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος, το παράδειγμα, ο μύθος της αλληγορίας να επικαθορίσει το νόημα. Και ένα νόημα που επικαθορίζεται από την (όποια) θρησκεία είναι πάντοτε προβληματικό, γιατί ακριβώς αδυνατεί να υπάρξει ανεξάρτητα από το παράδειγμά του, από το μύθο με τον οποίο (και μόνο μ’ αυτόν) καταφέρνει να καταστεί εμφανές, να έχει μία σειρά από κοινωνικά αποτελέσματα. Εάν ένα μήνυμα απελευθέρωσης μπορεί να αρθρωθεί μόνο από τον θρησκευτικό λόγο, τότε είναι ο θρησκευτικός λόγος που φέρει το μήνυμα. Αν όμως η ελευθερία δεν μπορεί να αρθρωθεί αλλιώς, παρά μόνο μέσα από λόγους θρησκευτικούς, τότε πρόκειται για μια θρησκευτικού τύπου ελευθερία, με ο,τι αυτό συνεπάγεται (αυτό που συνεπάγεται είναι ότι η θρησκεία θα αναχαιτίσει την επιδίωξη της ελευθερίας). Και στην ταινία του Οντιά δεν υπάρχει νομίζω εκείνη η απόσταση ασφαλείας, που θα επέτρεπε τη χρησιμοποίηση του θρησκευτικού μύθου, με έναν τρόπο όμως κριτικό απέναντι στον ίδιο το μύθο.

Ή για να είμαστε ειλικρινείς, η απόσταση ασφαλείας (η αποστασιοποίηση) δεν αποτελεί οργανικό στοιχείο της ίδιας της ταινίας, εντούτοις μια ορισμένου τύπου αποστασιοποίηση προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο η ταινία διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο πεδίο απεύθυνσης. Ο Οντιά δεν απευθύνεται σε μουσουλμάνους μετανάστες αλλά μάλλον σε αυτούς που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «μέσους Ευρωπαίους» (φορείς μιας κουλτούρας η οποία δεν συντίθεται από στοιχεία της μουσουλμανικής παράδοσης). Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η ταινία απαλλάσσεται από την κατηγορία ότι δεν κρατάει τις αποστάσεις της από τον θρησκευτικό μύθο, αλλά έτσι όμως χρεώνεται μία άλλη κατηγορία, ενδεχομένως και πιο σοβαρή: αποκλείει αυτούς οι οποίοι υποτίθεται ότι μπορούν να φέρουν το μήνυμα της ελευθερίας, επειδή δεν μπορούν να ενσωματωθούν (παρά μόνο ως καταστατικά εξωτερικοί) στον κόσμο που παράγουν οι κανονιστικές ρυθμίσεις της εξουσίας. Δηλαδή η ταινία αποκλείει για δεύτερη φορά τους ήδη αποκλεισμένους. Πρόκειται για έναν λόγο περί ελευθερίας που δεν απευθύνεται στους καταπιεσμένους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αρθρωθεί από αυτούς. Από αυτή την άποψη η ταινία του Οντιά αποτελεί μια νεορομαντική τοποθέτηση απέναντι στο ζήτημα της ελευθερίας. Τα υποκείμενα της ελευθερίας είναι πάντοτε κάπου αλλού, αυτό το κάπου αλλού είναι που προσδιορίζει και συγκροτεί τα υποκείμενα, αλλά αυτό το κάπου αλλού ορίζεται πάντοτε από τη θέση στην οποία βρισκόμαστε εμείς. Είμαστε εμείς αυτοί που θα ορίσουμε ποιος και με ποιο τρόπο θα μας απελευθερώσει. Πρόκειται για τον Άλλο, ο οποίος ορίζεται να απολαύσει αντί για μας και στη θέση μας την ελευθερία. Αυτό νομίζω ότι είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα της ταινίας.

Παρά τα προβλήματά της ο Προφήτης είναι μια ταινία που προσπαθεί μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο να συγκρουστεί με τον αντιμουσουλμανικό ρατσισμό που εξαπλώνεται στην Ευρώπη (ως επίσημη πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων) και να ανατρέψει τα ρατσιστικά στερεότυπα που στρέφονται εναντίον της θρησκευτικής παράδοσης των μουσουλμάνων. Θα μπορούσε όμως να πει κανείς, ότι μια ταινία που δείχνει μουσουλμάνους να επελαύνουν ενωμένοι κάτω από το λάβαρο μιας ανανεωμένης μουσουλμανικότητας, κυριαρχώντας επί των Ευρωπαίων αντιπάλων τους και εξαπλώνοντας την ανομία και το οργανωμένο έγκλημα, μοιάζει μάλλον να ενισχύει την επιχειρηματολογία των ρατσιστών, οι οποίοι κρούουν τον κίνδυνο «ισλαμοποίησης» της Ευρώπης. Αλλά αφενός δεν πιστεύω ότι η αντιπαράθεση με τον ρατσισμό (και τους ρατσιστές) είναι ένα ζήτημα που θα κριθεί στο επίπεδο της επιχειρηματολογίας και αφετέρου τα πιο ισχυρά επιχειρήματα προέρχονται συνήθως από το οπλοστάσιο του αντιπάλου.


Υστερόγραφο

Κλείνοντας θα πρέπει να ξεκαθαρίσω το εξής: θεωρώ ότι μια συνεπείς αθεϊστική στάση επιβάλλει να είμαστε πάντοτε επιφυλακτικοί απέναντι σε κάθε προσπάθεια «θετικής» χρησιμοποίησης της θρησκείας. Οι θρησκείες δεν μπορούν να απελευθερώσουν τους καταπιεσμένους, ούτε ως ιδεολογίες, ούτε ως παραδείγματα πίστης σε κάτι καλύτερο, ούτε ως αλληγορικοί μύθοι. Όμως παρ’ όλ’ αυτά ο Προφήτης μου άρεσε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο…
Έχει επικρατήσει πια να είναι κάτι σαν μόδα των διανοουμένων (και μάλιστα και των διανοουμένων της αριστεράς), να επικαλούνται τον Χριστιανισμό για να συγκροτήσουν ένα σύνολο παραδειγμάτων για τις σκέψεις τους. Ο Μπαντιού με τον Απόστολο Παύλο, ο Ζίζεκ με την χριστιανική πίστη και την χριστιανική αγάπη, ο Ήγκλετον κτλ… Πέρα από την εμετική χριστιανολογία που αναβιώνει μέσα από τα έργα αριστερών διανοουμένων, υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα. Αυτή η επανεμφάνιση του χριστιανικού Θεού μέσα από το έργο διαπρεπών συγγραφέων γίνεται σε μια εποχή που η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα εκφράζεται και με τη μορφή του αντιμουσουλμανικού ρατσισμού και προβολής της χριστιανικής παράδοσης. Για τους αριστερούς διανοούμενους που ανατρέχουν στην αλληγορία του χριστιανισμού, ένας κάποιος ρατσισμός υπολανθάνει στην καρδιά της ίδιας της επιλογής αυτών των παραδειγμάτων. Στον Ζίζεκ μάλιστα δεν «υπολανθάνει» και τόσο. Πολλές φορές χρησιμοποιεί το παράδειγμα του χριστιανισμού εναντίον άλλων θρησκειών, κάνοντας σαφείς υπαινιγμούς για μια υποτιθέμενη ανωτερότητα του χριστιανισμού, σαν μόνον από τον χριστιανισμό να μπορούσε να αντλήσει κανείς παραδείγματα για να μιλήσει για την ελευθερία (ή την αγάπη, ή την πίστη, ή όποια άλλη ηθική αξία τέλος πάντων…).

Η ταινία του Οντιά συγκρούεται και με αυτόν τον ιδιόμορφο νέο-οριενταλισμό που εκπορεύεται από το χώρο της αριστερής διανόησης. Και επειδή οι μουσουλμάνοι που ζούνε στην ίδια γειτονιά με μένα δεν έχουν καμία όρεξη να με αναγκάσουν να κάνω γονυκλισίες προς την ανατολή, ενώ αντίθετα το παπαδαριό της χριστιανικής θρησκείας προσπαθεί να εξαναγκάσει ολόκληρη την κοινωνία να υποταχθεί στους χριστιανικούς θρησκευτικούς κανόνες, γι’ αυτό κυρίως το λόγο (και όχι μόνο) μπορώ να δω με ευχαρίστηση μία ταινία που είναι γεμάτη από αναφορές στη ζωή και το έργο του Προφήτη Μωάμεθ.

Κώστας Κ.


1 Response to “Μερικά σχόλια πάνω στην ταινία Ένας Προφήτης (Un Prophete) του Jacques Audiard”


  1. 1 Ele
    02/02/2010 στο 00:25

    poly kalh douleia,mpravo!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Mail Επικοινωνίας

aformimisa@gmail.com
Ιανουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Επισκέψεις

  • 297,274 hits

Αρέσει σε %d bloggers: